Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
Ξ”Ξ·ΞΌΟŒΟƒΞΉΞ± Ξ‘ΞΊΟΟŒΞ±ΟƒΞ· Ξ³ΞΉΞ± την ΠαιδΡία

 

ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΚΡΟΑΣΗ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΣΧΕΤΙΚΑ  ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Πραγματοποιήθηκε χθες 28 Νοεμβρίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες,  υπό την προεδρία του Νίκου Σηφουνάκη, Δημόσια Ακρόαση της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας με θέμα τις ''Επιδόσεις των εκπαιδευτικών συστημάτων στην ΕΕ: Αριστεία και αποτυχίες''.

Στη Δημόσια ακρόαση προσκλήθηκαν και συμμετείχαν ως ομιλητές:   ο κ. José Domínguez Abascal, Γενικός Γραμματέας Ανώτατης Εκπαίδευσης, Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Καινοτομίας, Eπιστημών και Βιομηχανίας της Κυβέρνησης της Ανδαλουσίας,  ο κ. Adam Kiss, πρώην Υφυπουργός Ανώτερης Εκπαίδευσης στην Ουγγαρία, ο κ.  Matti Laaskso, πρόεδρος της φιλανδικής εταιρίας Sanako και ο κ. Andreas Schleicher, προϊστάμενος του τμήματος δεικτών και αναλύσεων των εκπαιδευτικών συστημάτων του ΟΟΣΑ, συντονιστής της έκθεσης Pisa 2003 σχετικά με τις χώρες μέλη του  ΟΟΣΑ.

Τη Δημόσια Ακρόαση παρακολούθησαν, μετά από πρόκληση του Νίκου Σηφουνάκη, αντιπροσωπεία βουλευτών από τον Κοινοβουλευτικό Τομέα Εργασίας (ΚΤΕ Παιδείας)  του ΠΑΣΟΚ,  εκπρόσωποι των Διοικητικών Συμβουλίων της ΔΟΕ και της ΟΛΜΕ, καθώς και εκπαιδευτικοί και δημοσιογράφοι από την Ελλάδα.

Η Δημόσια Ακρόαση είχε τρεις ενότητες:

1) Επιδόσεις των εκπαιδευτικών συστημάτων στην ΕΕ σήμερα: Συγκριτική ανάλυση σε ευρωπαϊκή και διεθνή κλίμακα.

2) Επανεμφανιζόμενα προβλήματα και αξιοσημείωτες επιτυχίες: Μέτρα για την πρόληψη της αποτυχίας και για την προώθηση υψηλών επιδόσεων.

3) Μετατροπή της ακαδημαϊκής αριστείας σε ανταγωνιστικότητα της οικονομίας: Κλειδιά για την επιτυχία.

Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα της Δημόσιας Ακρόασης ο κ. Σηφουνάκης μεταξύ των άλλων επεσήμανε στην παρέμβαση του:

Η Ευρώπη έθεσε το 2000 στη Λισαβόνα ένα μεγάλο στόχο: να γίνει μέχρι το 2010 η δυναμικότερη και ανταγωνιστικότερη οικονομία τη γνώσης ανά την υφήλιο. Η πραγματοποίηση των στόχων της Λισαβόνας εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ποιότητα της εκπαίδευσης των Ευρωπαίων Πολιτών, κάτι που συνεπάγεται μεταρρυθμίσεις στα εκπαιδευτικά συστήματα των ευρωπαϊκών χωρών.

Παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί σε όλες τις χώρες για την προσαρμογή των εκπαιδευτικών συστημάτων στην κοινωνία και την οικονομία της γνώσης, οι μέχρι σήμερα μεταρρυθμίσεις δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στο ύψος των διακυβευμάτων. Ο σημερινός ρυθμός των μεταρρυθμίσεων δεν θα επιτρέψει στην Ένωση να επιτύχει τους στόχους που έχει ορίσει. Το επίπεδο παιδείας των Ευρωπαίων πολιτών παραμένει ανεπαρκές (μόνον 75% των νέων ηλικίας 22 ετών έχουν ολοκληρώσει κάποια μορφή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), η συμμετοχή στην εκπαίδευση και την κατάρτιση καθ΄όλη τη διάρκεια της ζωής τους παραμένει χαμηλή (ποσοστό μικρότερο του 10% συμμετέχει στη δια βίου μάθηση), ενώ η σχολική αποτυχία είναι ακόμη σε σχετικά υψηλά επίπεδα (ένας στους πέντε μαθητές εγκαταλείπει πρόωρα το εκπαιδευτικό σύστημα).

Επιπλέον, δεν παρατηρείται ουσιαστική αύξηση των συνολικών επενδύσεων (δημοσίων και ιδιωτικών) στον τομέα της παιδείας, ιδίως όσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι δαπάνες ανά σπουδαστή στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μεγαλύτερες από τις δαπάνες του συνόλου σχεδόν των χωρών της Ένωσης για όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού συστήματος. Η διαφορά είναι εντονότερη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν περίπου δύο έως και πέντε φορές περισσότερο ανά σπουδαστή από ό,τι οι χώρες της Ένωσης.
Η Ευρώπη  πάσχει από ανεπαρκείς επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό. Παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ, όπως και οι ΗΠΑ αφιερώνουν, κατά μέσο όρο, ποσοστό μεγαλύτερο από το 5 % του ΑΕΠ στις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση και την κατάρτιση, υπάρχει πάντα σαφές έλλειμμα ιδιωτικής χρηματοδότησης. Ωστόσο, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο επιβάλλει οι ιδιωτικοί πόροι που προέρχονται από τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες να αποτελούν μόνο συμπλήρωμα της δημόσιας χρηματοδότησης. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να διατηρηθεί η ισότιμη πρόσβαση για όλους τους πολίτες στην εκπαίδευση.
Παράλληλα με τις προσπάθειες επίτευξης των στόχων της Λισαβόνας, η Ευρώπη μέσω της  λεγόμενης διαδικασίας της Μπολόνιας αποσκοπεί στην εισαγωγή ενός συστήματος εύκολα «αναγνώσιμων» και συγκρίσιμων ακαδημαϊκών βαθμών, στην προώθηση της κινητικότητας των σπουδαστών, των διδασκόντων και των ερευνητών, στην εξασφάλιση της ποιότητας στην εκπαίδευση και στην εν γένει σύγκλιση έως το 2010 των διαφορετικών συστημάτων ανώτατης εκπαίδευσης.

Τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, παρά την αρκετά καλή ποιότητα της εκπαίδευσης, δεν έχουν  κατορθώσει να ενεργοποιήσουν όλο το δυναμικό τους για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, της κοινωνικής συνοχής και για τη βελτίωση της ποιότητας και του αριθμού των θέσεων απασχόλησης.
Η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει τους τρεις πόλους του τριγώνου της γνώσης: εκπαίδευση, έρευνα και καινοτομία. Τα πανεπιστήμια έχουν ουσιαστικό ρόλο να διαδραματίσουν και στους τρεις αυτούς πόλους.
Τα κράτη μέλη πρέπει να επικεντρώσουν τις προσπάθειες τους στη βελτίωση της ποιότητας και την αύξηση της ελκυστικότητας των πανεπιστημίων, τη βελτίωση της διακυβέρνησης τους, την αύξηση και διαφοροποίηση της χρηματοδότησης των πανεπιστημίων, τη διεύρυνση της διοικητικής τους αυτονομίας.
Τα ποσοστά πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και της ολοκλήρωσης των σπουδών είναι υψηλότερα στις ΗΠΑ απ' ότι στην Ευρώπη. Αν και η Ευρωπαϊκή Ένωση εκπαιδεύει περισσότερους ερευνητές, δεν απασχολεί αρκετούς. Η κινητικότητα προς τις ΗΠΑ έχει πάρει ανησυχητικές διαστάσεις. Ο κατακερματισμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ευρώπη και η απομόνωσή της από τη βιομηχανία έχει επίσης ως αποτέλεσμα οι πτυχιούχοι να υστερούν σε επιχειρηματικότητα και να είναι απομακρυσμένοι από τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Επίσης, η υπέρμετρη ρύθμιση της οργάνωσης των προγραμμάτων σπουδών σε εθνικό επίπεδο παρεμποδίζει τον εκσυγχρονισμό και την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των πανεπιστημίων στην ΕΕ. Τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια χρειάζονται περισσότερη αυτονομία στην κατάρτιση των προγραμμάτων τους, τη διαχείριση του προσωπικού, των εγκαταστάσεων και των πόρων τους.
Για τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων δαπανάται περίπου το 1,1% του ΑΕΠ, που είναι μεν ίδιο με το ποσοστό που δαπανά η Ιαπωνία, αλλά πολύ χαμηλότερο από εκείνο των ΗΠΑ ή του Καναδά.. Εκτιμάται ότι μια συνολική επένδυση ύψους περίπου 2% του ΑΕΠ είναι το ελάχιστο που απαιτείται για να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι. Ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) το σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εξαρτάται κυρίως από την κρατική χρηματοδότηση, στις ανταγωνίστριες χώρες παρατηρείται διαφοροποίηση της χρηματοδότησης, με μεγαλύτερη συμμετοχή της βιομηχανίας και των ιδιωτών.   
Η πρόσθετη χρηματοδότηση θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ενθάρρυνση της καινοτομίας, των μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη υψηλής ποιότητας στη διδασκαλία, στην έρευνα και στις υπηρεσίες. Πρέπει ωστόσο να αποφευχθεί  η εύκολη λύση των αυξημένων διδάκτρων και να αναπτυχθεί  παράλληλα μια βιώσιμη εταιρική σχέση μεταξύ της βιομηχανίας και των πανεπιστημίων.
Καθίσταται προφανές ότι σύμφωνα και με το επιτυχημένο φιλανδικό μοντέλο το οποίο βασίζεται στο δημόσιο πανεπιστήμιο, η δημόσια παιδεία πρέπει να παραμείνει στο επίκεντρο των μεταρρυθμίσεων που πρέπει να γίνουν, καθώς αυτή φέρει το κύριο βάρος για την ανάπτυξη της παιδείας και της μόρφωσης των νέων γενιών, αλλά και την ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνίας της γνώσης. Το ζητούμενο είναι ο συνδυασμός της εκπαίδευσης, της έρευνας και της πρακτικής εφαρμογής των αποτελεσμάτων τους.

Η ιδιωτική εκπαίδευση έχει σημαντικό ρόλο να διατελέσει στην Ευρώπη, μέσα όμως σε ένα πλαίσιο κοινωνικής λογοδοσίας. Το δημόσιο πανεπιστήμιο είναι ο βασικός πυλώνας της εκπαιδευτικής διαδικασίας   των Ευρωπαίων πολιτών και απαιτείται να διευρυνθούν κυρίως οι ερευνητικές του δραστηριότητες με την συνδρομή και ιδιωτικών πόρων, συμπληρωματικών προς τους δημόσιους.