Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
Ξ•Ο…ΟΟ‰Ο€Ξ±ΞΉΞΊΟŒ Σύνταγμα ΞΊΞ±ΞΉ ΞΞ·ΟƒΞΉΟ‰Ο„ΞΉΞΊΟŒΟ„Ξ·Ο„Ξ±

 
Κυρίες και κύριοι, Η σημερινή ημερίδα, η οποία οργανώνεται από το Επιμελητήριο Λέσβου και το Εργαστήριο Κοινωνικών & Πολιτικών Θεσμών του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου, με την υποστήριξη του Γραφείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα, αποτελεί μια εξαιρετική πρωτοβουλία για την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση του κόσμου των νησιών μας σε σχέση με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, το οποίο βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στο επίκεντρο των συζητήσεων με την ευκαιρία της διαδικασίας επικύρωσης του είτε από τα εθνικά κοινοβούλια είτε κατευθείαν από τους λαούς της Ευρώπης μέσω δημοψηφίσματος. Οι προηγούμενοι ομιλητές ανέπτυξαν με μεγάλη σαφήνεια και πληρότητα διάφορες σημαντικές πτυχές του Ευρωσυντάγματος οι οποίες αφορούν το σύνολο των Ευρωπαίων πολιτών. Στόχος της δικής μου παρέμβασης είναι να καταδείξει μια άλλη ιδιαίτερη πτυχή του Συντάγματος της Ευρώπης, η οποία ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον κόσμο της Λέσβου, καθώς και όλους τους κατοίκους των ελληνικών νησιών. Θα σας μιλήσω λοιπόν για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και τη Νησιωτικότητα, κάνοντας μια γενικότερη αναφορά στην εξέλιξη της νησιωτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά ειδικότερα τα ελληνικά νησιά, αφιερώνοντας ένα μεγάλο μέρος της παρέμβασης μου στο ζήτημα της θεσμικής κατοχύρωσης της νησιωτικότητας μέσω των διαδοχικών αναθεωρήσεων της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, καθώς βεβαίως και στο ίδιο το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Θα πρέπει καταρχάς να υπογραμμιστεί ότι η ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ το 1981 δεν συνοδεύτηκε από καμία πρόνοια για την ανάδειξη των ειδικών προβλημάτων των νησιών. Η Ελλάδα δεν επέτυχε τότε να εισαχθεί κάποια ειδική θεσμική μέριμνα για τα νησιά στη συμφωνία προσχώρησης της Ελλάδας. σε αντίθεση με άλλες χώρες (πχ. Δανία, Ιρλανδία, Μ .Βρετανία και μετέπειτα Ισπανία και Πορτογαλία), οι οποίες κατοχύρωσαν προνόμια και επέτυχαν ειδικούς όρους προσαρμογής για τα νησιά τους τα οποία σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν υπερπόντια εδάφη. Ωστόσο, με πρωτοβουλία της χώρας μας και σε συνεργασία με τις άλλες ενδιαφερόμενες χώρες, όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία, πετύχαμε τη θέσπιση των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων που αποτέλεσαν μια πρώτη προσπάθεια ουσιαστικής ευρωπαϊκής περιφερειακής πολιτικής. Τα ΜΟΠ απέφεραν σημαντικά οφέλη στην Ελλάδα και ασφαλώς και στα ελληνικά νησιά. Είχα και εγώ τη δυνατότητα ως επικεφαλής του Νομού Λέσβου να συμμετάσχω ενεργά στον προγραμματισμό και την εκτέλεση των πρώτων συγχρηματοδοτούμενων κοινοτικών έργων. Επόμενος σημαντικός σταθμός στην ευρωπαϊκή περιφερειακή πολιτική ήταν η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (υπογράφηκε το 1986 και τέθηκε σε ισχύ το 1987) με την οποία εισήχθη στη Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ο τίτλος ΧVII (δεκαεφτά) ο οποίος αφορά την πολιτική οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της Κοινότητας. Με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕΠ) διαμορφώθηκε το νομικό θεμέλιο μιας ιδιαίτερης κοινοτικής πολιτικής αλληλεγγύης μέσω της οποίας θα μπορούσαν να ωφεληθούν και τα ευρωπαϊκά νησιά. Η ΕΕΠ δεν έκανε ωστόσο ειδική αναφορά στις νησιωτικές περιοχές. Το πρώτο ουσιαστικό επίτευγμα όσον αφορά ειδικότερα τις νησιωτικές περιοχές, ήρθε το 1988 στη Σύνοδο Κορυφής της Ρόδου, όταν μετά από πρόταση του Προεδρεύοντος τότε Ανδρέα Παπανδρέου, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα αναγνώρισε για πρώτη φορά την ιδιαιτερότητα του Αιγαίου και των νησιωτικών περιοχών γενικότερα. Στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής της Ρόδου αποσαφηνίστηκε ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα νησιά δεν είναι συγκυριακής φύσης, αλλά πρόκειται για δομικά προβλήματα που έχουν τη βάση τους στις ιδιαιτερότητες του νησιωτικού χώρου. Δυστυχώς αυτήν την ευνοϊκή απόφαση δεν μπόρεσε να την αξιοποιήσει η μετέπειτα κυβέρνηση κατά τη διαπραγμάτευση της Συνθήκης του Μάαστριχτ (υπογράφηκε το 1992 και τέθηκε σε ισχύ το 1993) . Όλοι γνωρίζουμε την ισχυρή νομική και πολιτική σημασία που είχε η αυτή η θεμελιώδης για την Ευρωπαϊκή Ένωση Συνθήκη. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ ενισχύθηκαν και εμβαθύνθηκαν οι αρμοδιότητες της Κοινότητας στον τομέα της περιφερειακής πολιτικής. Δυστυχώς η αξία αυτού του μείζονος γεγονότος δεν συνοδεύτηκε από κάποιες ελληνική πρωτοβουλία, η οποία θα μπορούσε να είναι ευνοϊκή για τα νησιά μας. Έτσι, ενώ το Μάαστριχτ αναφέρεται στις νησιωτικές περιοχές της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ακόμη και τις υπερπόντιες, δεν υπήρξε καμία αναφορά στα ελληνικά νησιά παρότι είχε προηγηθεί η μεγάλη κατάκτηση της Συνόδου Κορυφής της Ρόδου. Σημαντικότατο σταθμό αποτέλεσε ωστόσο η επόμενη αναθεώρηση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Κατά τη Διακυβερνητική Διάσκεψη που οδήγησε στην υπογραφή της Συνθήκης του ’μστερνταμ (υπογράφηκε το 1997 και τέθηκε σε ισχύ το 1999), η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη πέτυχε μετά από επίπονες και επίμονες διαπραγματεύσεις να συμπεριληφθεί στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ειδική μνεία για τα νησιά. Συγκεκριμένα, επέτυχε να συμπεριληφθεί στο άρθρο 158 της Συνθήκης, το οποίο αποτελεί τη νομική βάση για την πολιτική οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της ΕΕ, ειδική αναφορά για μέριμνα της Κοινότητας σε σχέση με τις νήσους. Με το τροποποιημένο άρθρο 158, δηλωνόταν ότι «η Κοινότητα αποσκοπεί, ιδιαίτερα, στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών ή νήσων, συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών περιοχών». Ουσιαστικά, με την προσθήκη των νήσων, η τότε κυβέρνηση κατάφερε να αναγνωριστεί από την ΕΕ ο εγγενής και μόνιμος χαρακτήρας των διαρθρωτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι νησιωτικές περιοχές και ως εκ τούτου διαμορφώθηκε πολιτικό, νομικό και οικονομικό προηγούμενο, ώστε να μπορούν να υπάρξουν ειδικές πολιτικές για την ανάπτυξη των νησιών. Τέλος στη Συνθήκη του ’μστερνταμ, ενσωματώθηκε ως παράρτημα μία "Δήλωση σχετικά με τις νησιωτικές περιοχές". Προσπάθειες για πιο ευνοϊκές διατάξεις για τις νησιωτικές περιοχές καταβλήθηκαν επίσης κατά τη Διακυβερνητική Διάσκεψη που οδήγησε στη Συνθήκη της Νίκαιας (υπογράφηκε το 2001 και τέθηκε σε ισχύ το 2003). Ωστόσο, παρά τις έντονες προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνηση, οι συνθήκες δεν ήταν ώριμες για να επιτευχθεί κάποια καλύτερη διατύπωση του άρθρου 158 από αυτήν που είχε ήδη συμφωνηθεί στο ’μστερνταμ. Δεδομένης της ειδικής μνείας στα νησιά που επιτεύχθηκε στο ’μστερνταμ, πραγματοποιήθηκαν στη συνέχεια σημαντικά βήματα κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας το πρώτο εξάμηνο του 2003 μέσα από τον προγραμματισμό και τις προσπάθειες που έγιναν για να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο οι νησιωτικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να μειωθεί η απόσταση που χωρίζει τη νησιωτική περιφέρεια από την ηπειρωτική. Η Ελλάδα ακολούθησε μια στρατηγική, που στόχο είχε αφενός να αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τις θέσεις που η Κομισιόν ή άλλες χώρες προετοίμαζαν όσον αφορά τον προγραμματισμό της ΕΕ για τις νησιωτικές περιοχές και αφετέρου να προωθήσει τις δικές της θέσεις. Μια σημαντική επιτυχία που ολοκληρώθηκε την τελευταία εβδομάδα της Ελληνικής Προεδρίας κατά τη διάρκεια των κρίσιμων διαπραγματεύσεων για τη μεταρρύθμιση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής ήταν η έγκριση πολύ ευνοϊκών ρυθμίσεων για τις νησιωτικές περιοχές, οι οποίες ωφέλησαν ιδιαίτερα τα νησιά του Αιγαίου. Συγκεκριμένα τα νησιά του Αιγαίου εξαιρέθηκαν από το μέτρο «αποσύνδεσης της παραγωγής από τις ενισχύσεις» με αποτέλεσμα οι νησιώτες παραγωγοί να συνεχίσουν να λαμβάνουν τις χορηγούμενες επιδοτήσεις (όπως οι στρεμματικές ενισχύσεις των σιτηρών, οι πριμοδοτήσεις για τα αιγοπρόβατα και τα βοοειδή) είτε με το υφιστάμενο καθεστώς είτε αν το επιθυμούν με το καινούριο (60% μέσος όρος, 40% στρεμματική). Ερχόμαστε τώρα στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και την περίφημη κατοχύρωση της νησιωτικότητας. Τι προβλέπει τελικά το Ευρωσύνταγμα όσον αφορά τα νησιά και το καινούριο επιφέρει σε σχέση με τα ισχύοντα σήμερα; Επιτύχαμε όλα όσα θέλαμε; Το Ευρωσύνταγμα κάνει άμεση αναφορά στα νησιά σε τρία κύρια σημεία του. Το πρώτο είναι το άρθρο ΙΙΙ-220 που αφορά στην οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και αποτελεί ουσιαστικά εξέλιξη του άρθρου 158 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Το δεύτερο είναι το άρθρο ΙΙΙ-167, παρ. 3 το οποίο αφορά στις κρατικές ενισχύσεις καθορίζοντας ποιες ενισχύσεις δύνανται να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά. Το άρθρο αυτό αντικαθιστά το άρθρο 87 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Τέλος, αναφορά στα νησιά γίνεται και στο άρθρο ΙΙΙ-246 που αφορά στα διευρωπαϊκά δίκτυα σε αντικατάσταση του άρθρου 154 της Συνθήκης. Η ακριβής διατύπωση των παραπάνω άρθρων αποτέλεσε αντικείμενο μακρών διαπραγματεύσεων και συνεχών τροποποιήσεων κατά τα διάφορα στάδια διαπραγμάτευσης του Συντάγματος, χωρίς τελικά να εγκριθούν στις περισσότερες περιπτώσεις οι αρχικές διατυπώσεις οι οποίες ήταν ευνοϊκότερες για τα νησιά. Εξηγούμαι ευθύς αμέσως παίρνοντας τα τρία προαναφερθέντα άρθρα ένα προς ένα: 1) Καταρχάς, όσον αφορά το άρθρο ΙΙΙ-220 για την οικονομική και κοινωνική και εδαφική συνοχή, η Συνέλευση για το Μέλλον της Ευρώπης, η οποία, υπό την προεδρία του Ζισκάρ Ντ’Εστέν, συνέταξε το σχέδιο του Συντάγματος, ενέκρινε μια διατύπωση πανομοιότυπη με εκείνη του άρθρου 158 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα., με τη διαφορά όμως ότι πλάι στην οικονομική και κοινωνική συνοχή προσέθεσε την έννοια της εδαφικής συνοχής. Αυτό συνεπάγεται ότι η Ένωση υποχρεούται πλέον, κατά τη χάραξη της πολιτικής της στον τομέα της συνοχής (διαρθρωτικά ταμεία, Ταμείο Συνοχής), να λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη την ανάγκη ενίσχυσης της διασύνδεσης των νησιών με τα ηπειρωτικά εδάφη. Η διατύπωση του άρθρου τροποποιήθηκε κατά ακόμη ευνοϊκότερο τρόπο κατά τη Διακυβερνητική Διάσκεψη που ακολούθησε τη Συνταγματική Συνέλευση. Συγκεκριμένα, στη διατύπωση «η Ένωση αποσκοπεί, ιδιαίτερα, στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών ή νήσων, συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών περιοχών» αφαιρέθηκε η λέξη «νήσων», αλλά προστέθηκε νέο εδάφιο στο οποίο γίνεται αναφορά σε «περιοχές που πλήττονται από σοβαρά και μόνιμα δημογραφικά προβλήματα, όπως οι υπερβόρειες χώρες, οι νησιωτικές οι διασυνοριακές και ορεινές περιοχές». Η νέα διατύπωση, αποσυνδέοντας τις νησιωτικές από τις πλέον μειονεκτικές περιοχές και κάνοντας αναφορά σε «σοβαρά και μόνιμα φυσικά ή δημογραφικά μειονεκτήματα» είναι ευνοϊκότερη, καθόσον η διφορούμενη διατύπωση «των πλέον μειονεκτικών περιοχών ή νήσων» δεν ήταν απόλυτα ικανοποιητική, διότι μπορούσε να ερμηνευτεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά τρόπον ώστε να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής μόνο τα πλέον μειονεκτικά νησιά, αφήνοντας έξω πολλά από τα ελληνικά νησιά. Εξίσου ευνοϊκή για την Ελλάδα είναι και η αναφορά σε «ορεινές περιοχές». Τελικά όμως, το άρθρο για την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, όπως τελικά εγκρίθηκε βάση της πρόταση της Ιρλανδικής Προεδρίας, την οποία αποδέχτηκε το 2004 η κυβέρνηση, είναι πιο αποδυναμωμένο όσον αφορά την κατοχύρωση της νησιωτικότητας. Ο λόγος είναι ότι συμπεριλήφθηκε στο άρθρο αναφορά σε «περιοχές που συντελείται βιομηχανική μετάβαση». Αυτή η προσθήκη, η οποία αφορά πολλές παρακμασμένες βιομηχανικές περιοχές νέων κρατών μελών, αλλά και χωρών όπως το Βέλγιο και η Γερμανία, θα έχει πιθανώς ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου και σημαντικό περιορισμό της σημασίας του για τα νησιά. 2) Όσον αφορά τώρα το άρθρο ΙΙΙ-167, παρ. 3 για τις κρατικές ενισχύσεις, η διατύπωση που επιτεύχθηκε στη Διακυβερνητική Διάσκεψη στη Νάπολη ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή για τα νησιά. Στη συνέχεια όμως, το άρθρο αυτό, εξαιτίας των-λυπάμαι που το λέω-ερασιτεχνικών χειρισμών που ακολούθησε η κυβέρνηση, διατυπώθηκε τελικώς κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην έχει πλέον ευεργετικές συνέπειες για τα ελληνικά νησιά. Ο τρόπος που χειριστήκαμε ως χώρα το ζήτημα έδειξε, αν μη τι άλλο, έλλειψη διαπραγματευτικής ικανότητας. Και εξηγούμαι: Το άρθρο ΙΙΙ-167, παρ. 3 , πριν την τελική του τροποποίηση, προέβλεπε ότι επιτρέπονται (δύνανται να θεωρηθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά) «οι ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, ιδίως όσων πάσχουν από σοβαρά και μόνιμα φυσικά ή δημογραφικά μειονεκτήματα, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον». Τα πλεονεκτήματα για την Ελλάδα ήταν προφανή, καθώς στη διατύπωση του άρθρου («περιοχές που πάσχουν από σοβαρά και μόνιμα φυσικά ή δημογραφικά μειονεκτήματα») συμπεριλαμβάνονταν οι περισσότερες νησιωτικές και ορεινές περιοχές. Δυστυχώς μετά από αντιδράσεις κρατών μελών, όπως η Γερμανία, η ιταλική προεδρία απέσυρε τη διατύπωση αυτή. Η Ελλάδα όμως επέμεινε για την επαναφορά της και το θέμα συμπεριελήφθη στο «πακέτο συμβιβασμού» που η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ετοίμασε για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών τον Δεκέμβριο του 2003, όπου ως γνωστό δεν επιτεύχθηκε συμφωνία. Τελικά, η διαδεχθείσα κυβέρνηση δεν επέμεινε στη συζήτηση του «πακέτου συμβιβασμού» με αποτέλεσμα η αναφορά σε «περιοχές που πάσχουν από σοβαρά και μόνιμα φυσικά ή δημογραφικά μειονεκτήματα» να εγκαταλειφθεί οριστικά. Αντίθετα στο πρώτο εδάφιο του άρθρου ΙΙΙ-167 παρ. 3, περιελήφθησε ένας περιορισμένος αριθμός νησιών για τα οποία επιτρέπονται κρατικές ενισχύσεις. Τα νησιά αυτά όμως, τα οποία απαριθμούνται ένα προς ένα, αποτελούν νησιωτικά εδάφη κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά βρίσκονται πέραν των γεωγραφικών πλαισίων της Ευρώπης. Τα νησιά αυτά είναι η Γουαδελούπη, η Γαλλική Γουιάνα, η Μαρτινίκα, η Ρεουνιόν, οι Αζόρες, η Μαδέρα και Κανάριοι Νήσοι. Τίποτα δηλαδή για τα ελληνικά νησιά. 3) Όσον αφορά τώρα το άρθρο ΙΙΙ-246 για τα διευρωπαϊκά δίκτυα, το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα δεν προβλέπει κάτι καινούριο σε σχέση με τα ήδη ισχύοντα. Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει τη διατύπωση του άρθρου 154 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Αξίζει ωστόσο να αναφέρουμε τι ακριβώς προβλέπει το ανωτέρω άρθρο για τα νησιά. Το άρθρο κάνει ειδική μνεία στη σύνδεση των διευρωπαϊκών δικτύων με τις νησιωτικές περιοχές. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι «στο πλαίσιο συστήματος ανοιχτών και ανταγωνιστικών αγορών, η δράση της Ένωσης αποσκοπεί στη προώθηση της διασύνδεσης και της διαλειτουργικότητας των εθνικών δικτύων, καθώς και της πρόσβασης στα δίκτυα αυτά. Λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να συνδεθούν οι νησιωτικές, οι μεσογειακές και οι περιφερειακές περιοχές με τις κεντρικές περιοχές της Ένωσης». Με το άρθρο αυτό λοιπόν κατοχυρώνεται και στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα η συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σύνδεση των νησιών με την υπόλοιπη Ευρώπη μέσω της δημιουργίας και της ανάπτυξης έργων υποδομής στους τομείς των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών και της ενέργειας. Αυτά είναι λοιπόν τα τρία άρθρα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος που αφορούν τα νησιά. Και αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, θα πρέπει να πούμε ότι χρειάζεται πολύ μεγάλη προσπάθεια για να προχωρήσουμε ακόμη παρά πέρα. Η αναφορά πάντως των νησιωτικών περιοχών στο Ευρωσύνταγμα δηλώνει τη βούληση της ΕΕ να αναλάβει δράσεις για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων των νησιωτικών περιοχών. Οι δράσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο της περιφερειακής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει ως βασικό στόχο την οικονομική, κοινωνική και τώρα πλέον και εδαφική συνοχή της ΕΕ, με χρηματοδοτήσεις και ενισχύσεις μέσα από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, το Ταμείο Συνοχής και τις Κοινοτικές Πρωτοβουλίες (INTERREG, LEADER, PESCA, URBAΝ) κλπ). Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει επίσης να επιδιώξουμε το σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση ειδικών μέτρων αποκλειστικά για τις νησιωτικές περιοχές. Πέραν όμως της ευρωπαϊκής νησιωτικής πολιτικής ως μέρος της περιφερειακής πολιτικής, θα πρέπει να αναφερθούμε και στις ευεργετικές διατάξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα νησιά στην Ανακοίνωση που εξέδωσε στο τέλος του 2003 σχετικά με την ερμηνεία του Κανονισμού για τις θαλάσσιες ενδομεταφορές (Καμποτάζ) με την οποία απλοποιούνται οι κανόνες για τις θαλάσσιες μεταφορές προς και από τα μικρά νησιά. Η Επιτροπή ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις που είχε τότε μαζί μου υπό την ιδιότητα μου ως Υπουργού Αιγαίου επέτρεψε τη σύναψη μακροχρόνιων συμβάσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας για διάστημα 6 ετών ή ακόμα και 12 ετών για τα μικρά νησιά. Η Επιτροπή ορίζει ως μικρά νησιά εκείνα των οποίων ο μέγιστος ετήσιος αριθμός επιβατών δεν ξεπερνά τις 100.000. Είχαμε επίσης δρομολογήσει την εφαρμογή ενός νέου σχήματος λειτουργίας όλων των άγονων γραμμών του Αιγαίου το οποίο θα περιελάβανε σε πρώτη φάση τρεις γραμμές (1. Αλεξανδρούπολη-Λήμνος-Μυτιλήνη-Χίος- Σάμος-Κως-Ρόδος, 2. Σάμος-Χίος-Μυτιλήνη-Μύρινα-Βόλος, 3. Σάμος-Χίος-Μυτιλήνη-Λήμνος-Καβάλα). Η βασική προϋπόθεση ήταν βέβαια να δρομολογηθούν σύγχρονα σκάφη και με σταθερή συχνότητα δρομολογίων. Το πιλοτικό αυτό πρόγραμμα θα επεκτείνετο στη συνέχεια στο σύνολο των γραμμών και θα επέφερε ένα σαφώς υψηλότερο επίπεδο θαλάσσιας εξυπηρέτησης, που είναι και η βασική προϋπόθεση για την ανάκαμψη της οικονομίας των νησιών. Δυστυχώς αυτός ο σχεδιασμός ακυρώθηκε από τη σημερινή επίσημη πολιτεία. Κυρίες και κύριοι, Τα παραπάνω αποτελούν τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της ΕΕ για τα νησιά στο πλαίσιο της περιφερειακής της πολιτικής ή της πολιτικής μεταφορών. Θα πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι παρόλο που αυτές οι πρωτοβουλίες φανερώνουν βεβαίως ότι η ΕΕ έχει εν γένει μια θετική στάση έναντι στις νησιωτικές περιοχές, δεν υπάρχει ωστόσο ακόμη μία πλήρης και εξειδικευμένη νησιωτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό λοιπόν είναι και το ζητούμενο σήμερα το οποίο έρχεται και ως απόρροια της κατοχύρωσης της νησιωτικότητας στο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Απαιτείται μια ολοκληρωμένη πολιτική της ΕΕ για τα νησιά, η οποία να αναπτύξει συγκεκριμένες δράσεις που θα συμβάλουν αποτελεσματικά στην επίλυση των χρόνιων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι νησιωτικές περιοχές της ΕΕ και τα οποία βιώνουμε καθημερινά. Σας ευχαριστώ