Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
Ξ•Ο…ΟΟ‰Ο€Ξ±ΟŠΞΊΟŒ Ινστιτούτο ΀Ρχνολογίας

 

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  κ. Μπαρόζο προσκάλεσε σε σύσκεψη, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό την προεδρία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τον Πρόεδρο της Επιτροπής Πολιτισμού και Παιδείας κ. Νίκο Σηφουνάκη,  τον Πρόεδρο της Επιτροπής Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας κ. Τσίτσεστερ, καθώς και τους συντονιστές και τους εισηγητές των δύο αυτών επιτροπών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για μία εφ'όλης της ύλης συζήτηση σχετικά με την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τεχνολογίας. Στη σύσκεψη  συμμετείχε επίσης ο Επίτροπος της ΕΕ για θέματα πολιτισμού και παιδείας κ.  Φίγκελ, ο οποίος συντόνισε από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την πρόταση ίδρυσης του ΕΙΤ. 

Η ιδέα για την ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τεχνολογίας (EIT), παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον κ. Barroso τον Φεβρουάριο του 2005 στο πλαίσιο της ενδιάμεσης επανεξέτασης της στρατηγικής της Λισαβόνας. Το ΕΙΤ θα είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της συνολικής στρατηγικής της Λισαβόνας για την κινητοποίηση της γνώσης και της καινοτομίας ως βασικού μοχλού της ανάπτυξης και της απασχόλησης και θα αποτελέσει την απτή έκφραση της δέσμευσης της ΕΕ να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που θα προασπίζει την καινοτομία και την αριστεία. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 23ης-24ης Μαρτίου 2006 αναγνώρισε ότι «ένα Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τεχνολογίας θα αποτελέσει σημαντικό βήμα για την κάλυψη του υφιστάμενου χάσματος μεταξύ ανώτατης εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας» και κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση όσον αφορά τις περαιτέρω ενέργειες.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε την πρότασή της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στις 13 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με την πρόταση, στόχος του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τεχνολογίας είναι να συμβάλει στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας ενισχύοντας την καινοτομική ικανότητα των κρατών μελών και της Κοινότητας. Για να επιτύχει το στόχο του ενσωματώνει και χρησιμοποιεί την καινοτομία, την έρευνα και την εκπαίδευση κατά τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα.

Το ΕΙΤ θα πρέπει να εντοπίσει στρατηγικές και μακροπρόθεσμες προκλήσεις για την καινοτομία στην Ευρώπη, ιδίως σε διεπιστημονικούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων των προκλήσεων που έχουν ήδη εντοπιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και θα πρέπει να παράσχει μια διαφανή διαδικασία για την επιλογή των άριστων κοινοτήτων γνώσης και καινοτομίας στους τομείς αυτούς.
Οι κοινότητες γνώσης και καινοτομίας αποτελούν βασικό στοιχείο για την επίτευξη των στόχων του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τεχνολογίας. Αποτελούν   κοινοπραξίες οργανισμών-εταίρων, οι οποίες θα επιλέγονται και θα ορίζονται από το ΕΙΤ με σκοπό να ασκήσουν ολοκληρωμένες δραστηριότητες καινοτομίας, έρευνας και εκπαίδευσης του υψηλότερου δυνατού επιπέδου σε έναν συγκεκριμένο τομέα.
Το EIT σκοπεύει επίσης να οικοδομήσει μια παγκόσμια φήμη και να δημιουργήσει ένα ελκυστικό περιβάλλον για τα καλύτερα ταλέντα σε παγκόσμιο επίπεδο προσελκύοντας και διατηρώντας επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα στην καινοτομία, στην εκπαίδευση και στην έρευνα  καθώς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, υποψήφιους διδάκτορες και ερευνητές σε οποιοδήποτε στάδιο της καριέρας τους και προερχόμενους τόσο από την επιστημονική κοινότητα όσο και από τον επιχειρηματικό κόσμο.

Η συμμετοχή στις κοινότητες γνώσης και καινοτομίας του θα είναι ανοικτή σε οργανισμούς-εταίρους, φοιτητές και ερευνητές εκτός της Ένωσης. Επιπλέον, οι τρίτες χώρες θα έχουν το δικαίωμα να υποστηρίζουν τους στόχους του EIT. Το ΕΙΤ, προωθώντας την ελκυστικότητά του στην παγκόσμια σκηνή, ευελπιστεί να γίνει ο σημαιοφόρος της άριστης καινοτομίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ένα διοικητικό συμβούλιο του οποίου τα μέλη θα είναι υψηλού επιπέδου και θα διαθέτουν αποδεδειγμένη πείρα στην επιχειρηματική, στην ερευνητική και στην εκπαιδευτική δραστηριότητα, θα είναι υπεύθυνο για τη λήψη των στρατηγικών αποφάσεων του ΕΙΤ. Στο Διοικητικό Συμβούλιο θα πρέπει να υπάρχει ισόρροπη εκπροσώπηση του επιχειρηματικού κόσμου και της ερευνητικής/ακαδημαϊκής κοινότητας.

Στην παρέμβασή του, κατά τη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο κ. Σηφουνάκης τόνισε ότι:

"Η καινοτομία, η έρευνα και η εκπαίδευση αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να ενισχύσει με αποτελεσματικό τρόπο την επιστημονική και τεχνολογική βάση της βιομηχανίας της και να κινητοποιήσει το καινοτομικό της δυναμικό. Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τεχνολογίας, εφόσον λειτουργήσει σωστά, θα μπορέσει να συμβάλει με ουσιαστικό τρόπο στην επίτευξη των στόχων της Λισαβόνας αποτελώντας ένα ευρωπαϊκό ίδρυμα παγκόσμιας εμβέλειας  με στόχο την αριστεία στον τομέα της έρευνας, της εκπαίδευσης και της καινοτομίας.

Η εκπαίδευση πρέπει να αποτελέσει βασική συνισταμένη του ΕΙΤ επειδή είναι συχνά το στοιχείο που υστερεί περισσότερο στο τρίγωνο της γνώσης (έρευνα, εκπαίδευση, καινοτομία). Στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας και ανοιχτής οικονομίας της γνώσης, το ΕΙΤ πρέπει να προωθήσει την ανάπτυξη κύκλων μαθημάτων και διδακτορικών προγραμμάτων τα οποία θα περιλαμβάνουν το επιχειρηματικό στοιχείο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και συγκεκριμένα η Επιτροπή Πολιτισμού και Παιδείας θα συμβάλλει με ουσιαστικό τρόπο στο να τεθεί το σωστό πλαίσιο λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τεχνολογίας."  

Σημειώνεται ότι οι επιμέρους διατάξεις σχετικά με τους στόχους, την οργάνωση, τη λειτουργία, και τη χρηματοδότηση του ΕΙΤ θα αποφασιστούν από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης. Οι διαδικασίες προβλέπεται να ολοκληρωθούν στα τέλη του 2007 ή στις αρχές του 2008 ούτως ώστε το ΕΙΤ να λειτουργήσει στο 2008, με τη δημιουργία των δύο πρώτων κοινοτήτων γνώσης και καινοτομίας το 2010-2011.

Επισημαίνεται τέλος ότι το EIT θα καλύψει τις ανάγκες τους: α) από εισφορές από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, β) από εισφορές των κρατών μελών ή των δημόσιων αρχών τους,  γ) από εισφορές επιχειρήσεων ή ιδιωτικών οργανισμών, δ) από κληροδοτήματα, δωρεές και εισφορές ιδιωτών, θεσμικών οργάνων, ιδρυμάτων ή άλλων εθνικών φορέων, ε) από έσοδα που προέρχονται από δικές του δραστηριότητες και στ) από εισφορές τρίτων χωρών και διεθνών φορέων ή οργανισμών.