Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
Ομιλία "Ξ“Ξ‘Ξ—Ξ“ΞŸΞ‘Ξ—Ξ£ Ξ¦Ξ‘Ξ‘Ξ‘ΞšΞŸΞ£: ΞœΞ™Ξ‘ Ξ”Ξ₯Ξ£ΞšΞŸΞ›Ξ— Ξ ΞŸΞ‘Ξ•Ξ™Ξ‘ ΞœΞ• Ξ‘Ξ₯Ξ€ΞŸΞ“ΞΞ©Ξ£Ξ™Ξ‘ ΣΕ ΞœΞ™Ξ‘ Ξ”Ξ₯Ξ£ΞšΞŸΞ›Ξ— Ξ•Ξ ΞŸΞ§Ξ—Β»

 

Αγαπητοί φίλοι,
Αγαπητή Ευτυχία,

Πριν περίπου πέντε χρόνια, τον Δεκέμβριο του 2004, δέχθηκα ένα τηλεφώνημα  από ένα άνθρωπο που τιμούσα για την ακεραιότητα του και την αφοσίωση στην ιδεολογία του, την οποία τίμησε με αγώνες και πλήρωσε με κακουχίες, όσο λίγοι Έλληνες.
Ο Γρηγόρης Φαράκος, επέλεξε  τότε να είμαι ένας εκ των παρουσιαστών, του τελευταίου όπως αποδείχτηκε βιβλίου του, με τίτλο «Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Σχέσεις Κ.Κ.Ε και Κομμουνιστικού Κέντρου».
Αποδέχτηκα την τιμητική για μένα πρόσκληση και όταν άρχισα να διαβάζω το  βιβλίο – ντοκουμέντο, ξαναναψηλάφησα και ξανατένισα – με την σχετικά ικανή χρονική πλέον απόσταση - μια από τις πλέον πολυτάραχες και πολύπαθες περιόδους της νεότερης πολιτικής μας ιστορίας, που είχε πολλαπλές και σημαντικές επιπτώσεις στα χρόνια που ακολούθησαν τον καταστροφικό εμφύλιο. Γεννήθηκα την τελευταία χρονιά του εμφυλίου, έζησα όμως τον απόηχο και τις επιπτώσεις του, που κράτησαν κοντά τρεις δεκαετίες. Σε αυτή την πολυτάραχη και εξαιρετικά δύσκολη περίοδο - που με κινηματογραφική ταχύτητα εναλλάχτηκαν –η μεγαλειώδης, θριαμβική αλλά και συνάμα τραγική αντίσταση του Ελληνικού λαού ενάντια στον εισβολέα, υπήρξαν και αναδείχτηκαν μορφές αγωνιστών, αλλά και διανοούμενων με ειδικό βάρος, κύρος και  αδιαπραγμάτευτη ηθική υπόσταση που η συνεισφορά τους στην μετέπειτα δημοκρατική πορεία του τόπου και μέχρι τις μέρες μας, δεν έχει ακόμα αποτιμηθεί.
Ο  Γρηγόρης Φαράκος, φοιτητής στο Ε.Μ.Π. το 1940, στρατευμένος όπως χιλιάδες νέοι  στο ΕΑΜ  και αργότερα στο ΚΚΕ,  παρών στην αντίσταση  για την απελευθέρωση της πατρίδας,  βρέθηκε και αυτός στην δίνη του εμφυλίου που ακολούθησε και με την λήξη του   εισέπραξε τα επίχειρα των ηττημένων. Εξορία,  προσφυγιά, φυλακή, βασανιστήρια.  Στα δεκαοκτώ χρόνια που ακολούθησαν, 1949-1967, μιας έωλης περιόδου  αναμονής αλλά και προσμονής, μιας δικαίωσης που δεν ερχόταν, και που το όπλο είχε αποκλίνει από την «παράποδα θέση» που  πρόσταζε η ηγεσία, ο Γ. Φαράκος ήταν μεταξύ εκείνων που εξακολουθούσαν να πιστεύουν στην δυνατότητα της δημιουργίας των κατάλληλων συνθηκών ανατροπής του νέοαποικιακού συστήματος της Ελλάδας. Αυτήν την περίοδο το προοδευτικό τόξο των πολιτικών σχηματισμών είχε με βεβαιότητα αποφανθεί ότι η δημοκρατία στο τότε προδικτατορικό «υπό επιτήρηση» κοινοβουλευτικό πολίτευμα έβαινε σταθεροποιούμενη και δεν διέτρεχε κίνδυνο η περαιτέρω διεύρυνσή της. Ήρθε όμως ο Απρίλιος του ‘67 -  παραμονές της Μεγάλης Εβδομάδας των Παθών - να βρει όλους, όσοι διαβεβαίωναν για τ’ αγωνιστικά ανατρεπτικά αντανακλαστικά του λαϊκού κινήματος, εντελώς  απροετοίμαστους ν’ αντιμετωπίσουν ολίγους φαιδρούς Συνταγματάρχες. Όποιος ανατρέξει στα τότε κείμενα των αναλύσεων της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης» - με την απόσταση των τεσσάρων και πλέον δεκαετιών και με όσα διαδραματίστηκαν στην Σοβιετική Ένωση μετά το 1989 - σίγουρα σ’ ένα συμπέρασμα θα καταλήξει. Το μέγα σφάλμα της ηγεσίας της αριστεράς υπήρξε το είδωμα του κόσμου κάτω από την αδιαπραγμάτευτη γι’ αυτήν σκοπιά της μόνης αλήθειας και που δεν ήταν άλλη από την ολοένα αυξανόμενη θριαμβευτική επικράτηση και διεύρυνση του χώρου του υπαρκτού σοσιαλισμού με τη βεβαιότατη ενεργή συμπαράσταση των Σοσιαλιστικών λαών. Κανείς ούτε καν υποψιαζόταν ότι τα συμμετοχικά αντανακλαστικά των λαών της τέως Σοβιετικής Ένωσης συνεχώς ακινητοποιούνταν και η ενεργός συμμετοχή στην πολιτική αφορούσε τους νομείς της τότε σοσιαλιστικής εξουσίας και μόνο. Χρόνια  μετά, μέσα από τις σελίδες του τελευταίου βιβλίου του Γρηγόρη Φαράκου επιβεβαιώνεται μεν η ανιδιοτελής συνέχιση της πίστης του στα ιδανικά του αλλά και ταυτόχρονα διαφαινόταν η απογοήτευσή του, αφού δεν  έμελε να επαληθευτούν «οι αγνές προφητείες» αλλά τραγικά να διαψευστούν οι πολιτικές αναλύσεις που εκ του μακρόθεν γίνονταν από την ηγεσία της κομμουνιστικής αριστεράς.  
Πρέπει βεβαίως να παραδεχθούμε ότι όταν ζεις και βιώνεις εκ του μακρόθεν αλλά και εκ των έσω την πολιτική μοναξιά μαζί με συντρόφους που δογματικά ερμηνεύουν την δρώσα πολιτική, είσαι χαμένος από χέρι. Εκείνα τα πέτρινα χρόνια που διεθνώς στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο γίνονταν μεγάλες ανατροπές και στη χώρα μας βασίλευε η «λευκή τρομοκρατία», οι σύντροφοι του ασχολιόντουσαν και ερμήνευαν πολλές φορές υπεραπλουστεύοντας -κυρίως μετά την 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ το 1950 - την Συμφωνία της Βάρκιζας, τα αίτια της ήττας του Δημοκρατικού Στρατού κ.α. Η  παραζάλη ήρθε με τον θάνατο του Στάλιν, με την αποσταλινοποίηση, που ακολούθησε την καθαίρεση του Ζαχαριάδη, για να κατασταλάξει με την 12η Ολομέλεια του 1968 η αναπότρεπτη διάσπαση.
Η διαδρομή του Γρηγόρη Φαράκου από τότε μέχρι το 1991 υπήρξε δύσκολη, ίσως αντιφατική. Πως αλλιώς όμως θα πορευόταν ένα δρών στέλεχος; Και πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να λιχνίσει μια ολόκληρη πορεία. Είχε το χάρισμα της νηφάλιας πειθούς που παρέπεμπε και προσέβλεπε στην καταλληλότερη στιγμή που όμως δεν ήλθε και φυσικά δεν θα ερχόταν. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αφού εξάντλησε κάθε τρόπο και εξαντλήθηκε η υπομονή του, πήρε τη θέση που του ταίριαζε, ως πολιτικός, ως διανοούμενος, ως μαχητής.
Υπήρξε εξαντλητικά υπομονετική η πορεία, πατριωτική η συμπεριφορά του όπου χρειαζόταν, όπως στα χρόνια της επταετίας των Συνταγματαρχών. Τότε επιβεβαίωσε το υψηλό προσωπικό και πολιτικό του ήθος. Η αναζήτηση της κατανομής των ιστορικών ευθυνών του Κόμματος, ο αλληλοσπαραγμός των στελεχών, η διαίρεση που ακολούθησε δεν ήταν ότι καλύτερο γι’ αυτόν που υπήρξε άνθρωπος της συνδιαλλαγής και της πειθούς. Ενώ άλλοι με τον ερχομό της χούντας επέλεξαν την συνέχιση των ατέρμονων αναλύσεων και μιας καταστροφικής κριτικής και εσωστρέφειας με κορωνίδα το δόγμα πρώτα θα «ωριμάσουν οι συνθήκες» για το νέο λαϊκό κίνημα που θα φέρει τον σοσιαλισμό και μετά θα ενεργοποιηθούμε,  ο Γρηγόρης Φαράκος προτίμησε την δράση. Την άμεση εμπλοκή του. Εισήλθε παράνομα στην Ελλάδα, δραστηριοποιήθηκε στην αντίσταση, συνελήφθηκε, βασανίστηκε και έμεινε στην απομόνωση μέχρι την μεταπολίτευση.
Ξεκίνησε η νέα πολιτική του δράση αμέσως μετά  τη μεταπολίτευση του 1974, σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο, με νέα όμως δεδομένα. Στο νέο σκηνικό είναι μεν ενεργός πολιτικός στις τάξεις του ΚΚΕ αλλά  συνάμα αρχίζει η έντονη ενασχόλησή του με ένα αγαπημένο του θέμα, αυτό του ιστορικού ερευνητή - αναλυτή. Τώρα πλέον έχει στις αποσκευές του μια μεγάλη ανεκτίμητη εσωτερική εμπειρία και γνώση του εθνικού και διεθνούς κινήματος. Καταγράφει την πορεία και τις σχέσεις του ΚΚΕ αλλά και του κέντρου του διεθνισμού που βρίσκεται στη Μόσχα, ερευνά τις σχέσεις μεταξύ των αδελφών κομμάτων και εστιάζει κριτικά για πρώτη φορά τις θέσεις που διαμορφώθηκαν και τελικώς επικράτησαν πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και μετά.
Συνδέθηκα μαζί του σε μια άλλη σχετικά δύσκολη πολιτική στιγμή. Τον Ιούνιο του  1989, νέος βουλευτής εγώ του απολογούμενου και διωκώμενου  ΠΑΣΟΚ και του ηγέτη του, βουλευτής και στέλεχος εκείνος του Κ.Κ.Ε και αργότερα του ενιαίου ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ. Δύσκολη περίοδος για μας αλλά δύσκολη και για κείνον που ανεξάρτητα αν ο ίδιος    ξεχώριζε με την πανθομολογούμενη σεμνότητα, χωρίς ηθικολογικές εκρήξεις, από την άλλη βρισκόταν σ’ ένα κόμμα που μετά το λάθος της αποχής του 1946, οδηγείτο και πάλι σε παρόμοιο λάθος. Και αυτήν την φορά δεν ετίθεντο σημαντικά πολιτικά διλήμματα και δεν διακυβεύονταν μεγάλα λαϊκά συμφέροντα.
Κρατώ καλά στη μνήμη μου όμορφες στιγμές και εμπειρίες που έζησα μαζί του, όπως ένα ταξίδι μας, το 1990 στην Αμερική, όταν συνοδεύαμε μια άλλη μεγάλη μορφή της Ελληνικής Αριστεράς, τον Μάρκο Βαφειάδη. Συμμετείχαμε στο αφιέρωμα που έκανε η Ένωση Αμερικάνων Δημοσιογράφων για την πολύκροτη υπόθεση της δολοφονίας του δημοσιογράφου Πόλκ στην Ελλάδα, τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, όπου τιμώμενο πρόσωπο και κύριος ομιλητής ήταν ο Μάρκος. Ο Γρηγόρης πατούσε για πρώτη φορά το πόδι του στην Μέκκα του καπιταλισμού, με επίσημο καλεσμένο τον «δαιμονισμένο Πρωθυπουργό του βουνού». Είχαν απαιτηθεί πολλές προσπάθειες, πολλές δημοσιογραφικές έρευνες για να πεισθούν οι Αμερικάνοι συνάδελφοι του Πόλκ, πως δεν δολοφονήθηκε ο διακεκριμένος Αμερικανός στα βουνά της Ελλάδας από τους διωκόμενους τότε αριστερούς και πως η όλη υπόθεση, μάλλον ήταν μια καλοσχεδιασμένη προβοκάτσια για να δυσφημίσουν την πλευρά των ηττημένων του εμφυλίου. Λυπάμαι που δεν αξιολόγησα όπως έπρεπε εκείνες τις τέσσερις μέρες στη Νέα Υόρκη, που δεν κατέγραψα τους διαλόγους που είχαν οι δυό τους, ίσως ακόμα και υποκλέπτοντας τις με κάποιο μαγνητόφωνο. Ο Μάρκος μόλις είχε εκλεγεί Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και παρότι το άσμα δεν τον βοηθούσε να εκφράζεται με καθαρότητα και ανέπνεε με δυσκολία, η επαναλαμβανόμενη φράση του ήταν: «Γρηγόρη άστα δεν τα γνωρίζεις, δεν έζησες ό,τι εγώ βίωσα». Ο Γρηγόρης έγνεφε το κεφάλι και ρουφούσε μανιωδώς την πίπα που κρατούσε στο χέρι.

Αν κάνω αυτές τις αναφορές, είναι για να γίνει ακόμα πιο κατανοητή, η δύσκολη και επώδυνη προσπάθεια και πορεία του, σε εξαιρετικά κρίσιμες στιγμές, όχι απλά να σταθείς όρθιος και να παλέψεις για ιδανικά και ιδέες.
Ήρθε στη συνέχεια η στιγμή της τολμηρής κριτικής και αυτοκριτικής προσέγγιση για πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, που τον οδήγησαν με νηφαλιότητα στην επανεξέταση και επαναπροσδιορισμό των  πολιτικών του παρελθόντος.

Έχει ήδη παρέλθει σχετικά λίγος χρόνος από τον θάνατο του αλλά μπορούμε ίσως να συνάγουμε κάποια συμπεράσματα, χωρίς ωστόσο να θέλω να εμπλακώ σε εσωτερικές τριβές με άλλους χώρους. Ο ίδιος τοποθετήθηκε κριτικά μα και αυτοκριτικά για πολλά απ’ αυτά που γνώρισε και έζησε. Στο τελευταίο του βιβλίο «Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος – Σχέσεις ΚΚΕ και Κομμουνιστικού Κέντρου» γράφει για τον εμφύλιο σιβυλλικά: «Με την απελευθέρωση της χώρας από τις δυνάμεις της κατοχής, τρεις, τέσσερις μήνες στάθηκαν ικανοί να ανατρέψουν τα πάντα στην μετακατοχική Ελλάδα. Κλίμακες αξιών, συσχετισμοί δυνάμεων, το μερίδιο ελέγχου στην εξουσία, ήλθαν τα πάνω κάτω». Και μόνο από την παράθεση κειμένων του Ντιμιτρώφ στα 1944 προς τον Μολότωφ στο ίδιο βιβλίο του, μέσων των οποίων διαφαίνεται ότι το κομμουνιστικό κέντρο απέκλειε οποιαδήποτε στήριξη προς το ΕΑΜ μετά την απελευθέρωση, προσδιορίζουν το μέγεθος της απογοήτευσης που μπορεί να έζησε ένα ανιδιοτελές στέλεχος του κόμματος, που πίστευε στις αρχές, στις αξίες και στο ακατανίκητο προνόμιο της αλληλεγγύης τα οποία απεμπολήθηκαν.
Για τους περισσότερους συντρόφους του και όχι μόνο ο Γρηγόρης Φαράκος επί περίπου μισό αιώνα, ως υψηλό στέλεχος στο κόμμα, πορεύθηκε ως «ορθόδοξος Κομμουνιστής», ως σταθερός ιδεολόγος, αλλά και ως άνθρωπος της αυταπάρνησης και της λιτότητας που δεν έκανε ποτέ εκπτώσεις στις θέσεις του. Όπως σημείωσα και στην αρχή αυτό δεν υπήρξε κατ΄ ανάγκη κάτι αρνητικό.

Ήταν όμως τελικά μόνο αυτό ο Γρηγόρης Φαράκος; Θα περιορίζαμε κατά πολύ την προσφορά του, τη πορεία του, αλλά και την επιστημονική εργασία του, αν καταλήγαμε μόνο σ’ αυτή τη μονοσήμαντη διαπίστωση.
Ο Γρηγόρης Φαράκος είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανιδιοτελής πολιτικής στράτευσης. Ας αναλογιστούμε ότι εκείνα τα χρόνια, η ιδεολογία αποτελούσε ασπίδα και διέξοδο για τουλάχιστον τρεις γενιές σε κάθε γωνιά της γης ενάντια στην καταπίεση και την αδικία. Απεδείχθη όμως ότι όσο περνούσε ο καιρός, αντιλαμβανόταν τα όρια της αντοχής ενός θνήσκοντος συστήματος και την ανάγκη ανανέωσης και αναπροσαρμογής του, προκειμένου ν’ ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες.
Γνωρίζοντας τον Γρηγόρη Φαράκο, ίσως όχι τόσο, όσο πολλοί απ’ όσους  βρίσκονται εδώ μαζί μας σήμερα, πιστεύω ότι δίπλα και παράλληλα στον άνθρωπο του «κομματικού καθήκοντος», υπήρχε ο στοχαστής, ο διανοούμενος, ο μειλίχιος πολιτικός, ο πνευματικός με επιστημονική συγκρότηση.
Ο Σοσιαλισμός, η Κοινωνική Δικαιοσύνη ήταν οι οδηγοί του και μέσα στον δογματικό χώρο που εκινείτο έστω και προσεκτικά, προσπάθησε αυτές τις θέσεις να μην τις απεμπολήσει αλλά και να μη δημιουργήσει προβλήματα ή πικρίες στο Κόμμα του.

Ας μη λησμονούμε ότι στα γεγονότα  της Πράγας οι Κομμουνιστές  εξακολουθούσαν να τα βλέπουν μέσα από τα μάτια των εξόριστων Ελλήνων που εξισορροπούσαν στη ζυγαριά την εισβολή του συμφώνου της Βαρσοβίας με το πραξικόπημα των Αμερικανών στην Ελλάδα. Γι’ αυτούς ήταν το αναμενόμενο νομοτελειακά αποτέλεσμα της μεταπολεμικής αντιπαράθεσης των δύο αντιτιθέμενων ιδεολογικά κόσμων.
Ίσως όσα δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε πρόσκαιρα να θέσει σε διάλογο στα χρόνια της τραγωδίας και της ανέχειας, τόλμησε και τα άνοιξε τότε που αυτός έκρινε ως κατάλληλο χρόνο για τους πολίτες αλλά και τον ίδιο. Διέβλεπε ότι οι ανατρεπτικές στιγμές βρισκόταν σε εξέλιξη, η κατάρρευση του Σοβιετικού μοντέλου βρισκόταν προ των θυρών και σχεδόν είκοσι χρόνια μετά δεν είμαστε σε θέση με ακρίβεια να ερμηνεύσουμε πως το σύστημα κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος, χωρίς να υπάρξει έστω ένας πυροβολισμός.  

Ολοκληρώνοντας χωρίς επιφύλαξη μπορώ να ισχυριστώ ότι ο ίδιος ποτέ δεν θα θριαμβολογούσε αυτάρεσκα για την εκ των υστέρων δικαίωση δεν ήταν του ήθους του να ξεκόψει από το πολιτικό του παρελθόν ή να αναθεωρήσει την ιστορία του. Αποπειράθηκε νηφάλια και σεμνά με το ειδικό βάρος που είχε να πει αυτό που ο ίδιος κατέληξε και να ξανανοίξει τη συζήτηση απαλλαγμένος από τις ξερές κομματικές γραμμές.

Έτσι μέσα από τις σελίδες του τελευταίου του βιβλίου αναδεικνύεται ο  Ιστορικός, με την επιστημονική έννοια του όρου. Διαφωνούσε μ’ εκείνους που υποστηρίζουν το παράδοξο, ότι δηλαδή η ιστορική καταγραφή  και η αξιολόγηση της είναι αποκλειστικό δικαίωμα και  αποκλειστική επιστημονική ευθύνη όσων από καθέδρας ασχολούνται με αυτήν. Ο Γ. Φαράκος ήταν ένας θα μπορούσα να πω δια βίου  ερευνητής, ένας μοναδικός γνώστης των μεθόδων της ιστοριογραφίας και κυρίως ήταν ένας ιστορικός αυτόπτης μάρτυρας που αποφεύγει να αφηγηθεί τις προσωπικές του εμπειρίες, προκειμένου να έχει την όσο το δυνατόν ακριβέστερη προσέγγιση της ιστορικής αλήθειας, δηλαδή την επιστημονική καταγραφή της ιστορίας.
Θέλω να κλείσω με ένα απόσπασμα ενός εύστοχου κειμένου του Παύλου Τσίμα που δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ πριν λίγες μέρες. «Η αξία του Φαράκου» γράφει, «-πέρα από την επιστημονική αξία του έργου του – είναι η ηθική στάση που διαμόρφωσε. Ούτε απολογητής, ούτε εκ των υστέρων προφήτης, ενός αντικομουνισμού του «συρμού», κατάφερε να παραμείνει πνευματικά αδέσμευτος, οξυδερκής, ερευνητής, και αφηγητής».