Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
Ομιλία Νίκου Σηφουνάκη στην παρουσίαση του βιβλίου του Ξ˜Ξ±Ξ½Ξ¬ΟƒΞ· Νιάρχου ΞΌΞ΅ τον τίτλο "΀΢ιβαέρι" στο ΞœΞΏΟ…ΟƒΞ΅Ξ―ΞΏ ΞœΟ€Ξ΅Ξ½Ξ¬ΞΊΞ·

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Θ. ΝΙΑΡΧΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΤΖΙΒΑΕΡΙ»

Αθήνα 18 Ιανουαρίου 2013

Μουσείο Μπενάκη

Η συγκέντρωση από τον συγγραφέα και η έκδοση - άμα υπάρχει πρόθυμος εκδότης πλέον - σε ένα τόμο, κειμένων του που είχαν κατά καιρούς δημοσιευθεί, είναι ένας τρόπος επανέκθεσης και επικαιροποίησης θέσεων ή απόψεων. Ιστορικά , αλλά και εμπειρικά, δεν σημαίνει όμως, ότι υποχρεωτικά η ανθολόγηση, που έτσι προκύπτει, αντανακλά το ίδιο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού. Στη προκείμενη περίπτωση, στο βιβλίο του Θανάση Νιάρχου - που σήμερα παρουσιάζουμε - συντρέχουν νομίζω οι πολλές αναγκαίες προϋποθέσεις που το καταστούν ενδιαφέρον και επίκαιρο αφού:

Πρώτον: Δίνεται η ευκαιρία σε όσους δεν αντελήφθησαν την πρώτη δημοσίευσή τους στον τύπο να τα αναγνώσουν και να τα κρίνουν συγκεντρωμένα σ΄ ένα βιβλίο. Ο φίλος μας συγγραφέας έχει δυνατή πέννα, συμπυκνωμένη, ευαίσθητη αλλά και απέριττη γραφή – όπως και ο ίδιος είναι - προσόντα που τον καθιστούν ιδιαίτερα αγαπητό , ανάμεσα στους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες, αλλά και στους εικαστικούς γενικότερα.

Δεύτερον: Η θεματική συγκέντρωση κειμένων του – ορισμένων από τα πάμπολλα δημοσιεύματα των τελευταίων χρόνων – αυτά για τους Μετανάστες στη Ελλάδα του σήμερα - λειτουργεί προσθετικά στο βιβλίο του, μιας και καταπιάνεται με ένα επίκαιρο κοινωνικό ζήτημα, που «σηκώνει πολύ νερό» όπως οικουμενικά εκτιμάται.

Τρίτον – κάτι που δεν απαντάται συχνά : Σημαντικό στοιχείο της έκδοσης είναι ο ρεαλιστικός πρόλογος του, γραμμένος από τον Φώτη Κουβέλη, ένα σημαντικό πολιτικό πρόσωπο που τάραξε τα λιμνασμένα νερά της πολιτικής ζωής του τόπου, χάρις στον ρεαλισμό, την ευθυκρισία και την γενναιότητα, θα έλεγα, που επιδεικνύει στις εξαιρετικά δύσκολες, πολιτικές στιγμές που βιώνει η Ελλάδα σήμερα. Διαθέτει λοιπόν, το βιβλίο, για το οποίο βρισκόμαστε εδώ σήμερα όλα εκείνα τα εφόδια να κεντρίσει το ενδιαφέρον όσων απαιτούνται για την μεταλαμπάδευση της αλήθειας, για την κοινωνία της αλήθειας .

Συνεπώς, η δική μου άποψη λίγο δύναται να συνεισφέρει στο συγκεκριμένο κρίσιμο θέμα. Επιτρέψτε μου όμως, έχοντας βιώσει 30 σχεδόν χρόνια στον παραμεθόριο Νομό της Λέσβου - «την ανατολική εσχατιά των Ευρωπαϊκών συνόρων» όπως υπερηφάνως πολλές φορές διακηρύττεται - μια κατεξοχήν περιοχή αποβίβασης λαθραίων μεταναστών, να διατυπώσω γοργά και περιεκτικά την άποψή μου για το μεταναστευτικό φαινόμενο που ταλανίζει την σύγχρονη κοινωνία μας.

Στις μέρες μας λοιπόν - ή καλύτερα τα τελευταία χρόνια - η μαζική, χωρίς έγγραφα και προγραμματισμό μετανάστευση πολιτών απ τις χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, προς την Δύση της επαγγελίας, ασφαλώς και έχει πολλά αιτία, όπως τους πόλεμους, την αποικιοκρατία, τις διακρίσεις (φυλετικές – θρησκευτικές), τη φτώχια, τις αρρώστιες κ.α. Σάματις όμως και στον παρελθόν η ανθρωπότητα δεν βίωνε ανάλογες καταστάσεις?

Δεν είχε εκδηλωθεί ανάλογο κύμα μετακινήσεων. Δεν υπήρχε όμως τότε η ραγδαία εξέλιξη της επικοινωνίας, που επέφερε την αστραπιαία διάδοση της γνώσης ταυτόχρονα σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Η επανάσταση αυτή της τεχνολογίας της πληροφορίας και η συνέπειά της η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, είναι που ενθαρρύνει τον κάθε άνθρωπο μεμονωμένα να πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα του, αναζητώντας καλύτερη τύχη εκεί που του υπόσχονται και τον οδηγούν οι πληροφορίες του.

Ασπάζομαι πολλές φορές την άποψη ότι το φαινόμενο αυτό να εκλείψει είναι δύσκολο. Απεναντίας, η διάχυση της τωρινής παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, μάλλον θα το επιτείνει. Τα μέτρα και η νομοθεσία του Δυτικού κόσμου, όπως η διαβόητη συνθήκη του Σένγκεν, που αποβλέπουν στην αποτροπή μεταναστών να εγκατασταθούν στην Ευρώπη δεν είναι εύκολο ν’ αποδώσουν καθώς ολοένα και θα διογκώνεται το κύμα της μετανάστευσης απ τις τρίτες χώρες. Μοιραία λοιπόν νομίζω ότι υποχρεούμαστε να μάθουμε να ζούμε με τους μετανάστες. O συγγραφέας, στα κείμενα του βιβλίου του, παρόλο που διακρίνει κανείς μια απόσταση απ τον «μετανάστη» ως μη αφομοιωμένο μέλος της ελληνικής κοινωνίας, στο ανθρώπινο πλησίασμα - όταν το επιχειρεί - διαπιστώνει μια ζεστασιά και ευαισθησία.

Όπως ο ίδιος αναφέρει στο Επιλογικό σημείωμα του βιβλίου, θέση του είναι ότι «την προτεραιότητα για να προσεγγίσει κανείς τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, την έχει σχεδόν πάντα η καρδιά». Έτσι απ τα γραφόμενά του θα έλεγε κανείς ότι είναι πολύ πιο εξοικειωμένος με το φαινόμενο, απ τον μέσο έλληνα, και αυτό έχει τη δική του αξία στη μεταβατική αυτή εποχή που ζούμε. Χωρίς να στοχοποιεί, προσπαθεί να μπει στο μυαλό και στη σκέψη αφενός του μετανάστη της «διπλανής πόρτας» και αφετέρου στου αυτόχθονα, (συνήθως του καθημερινού κατοίκου της Πρωτεύουσας) που πολλές φορές ακόμη και η απλή παρουσία των μεταναστών του δημιουργεί αισθήματα αποστροφής, γιατί θεωρεί ότι στερείται κάποια απ τα κεκτημένα δικαιώματά του!!!

Είναι ίσως λογικό επακόλουθο απ τη μια ο μεγάλος αριθμός μεταναστών και απ την άλλη η συχνότητα του φαινομένου, να δημιουργεί σύγχυση στην κοινωνία μας. Τσιτάτα που έχουν κατά καιρούς ακουστεί όπως «Αλληλεγγύη, είμαστε όλοι μετανάστες» ή «Έξω τώρα όλοι οι ξένοι απ τη χώρα» όχι μόνο δεν βοηθούν στην αντιμετώπισή του αλλά ούτε καν στην κατανόηση του σύγχρονου και περίπλοκου αυτού κοινωνικού φαινομένου.

Είναι αλήθεια, και αυτή είναι η αυτοκριτική που ως πολιτικό σύστημα οφείλουμε να κάνουμε, ότι οι συζητήσεις και παρεμβάσεις των πολιτικών υπευθύνων – ως επί των πλείστων - αναδεικνύουν την απουσία μίας εθνικής στρατηγικής και ενός σοβαρού επιχειρησιακού σχεδίου για ένα πρόβλημα με τεράστιες κοινωνικές επιπτώσεις. Ακούμε συχνά μέτρα να εκτοξεύονται σαν πυροτεχνήματα χωρίς να μπαίνουν στην ουσία του προβλήματος, με αποτέλεσμα, δυστυχώς, ακραίες φωνές να εκμεταλλεύονται την δικαιολογημένη αγωνία και την οργή της κοινής γνώμης. Και αυτό, θα συνεχίσει να γίνεται εάν δεν δούμε το πρόβλημα ως κομμάτι μιας μακρόπνοης εθνικής μεταναστευτικής στρατηγικής.

Το ελληνικό κράτος, το πολιτικό σύστημα, οφείλει να μην αφήνεται ένα πρόβλημα που μπορεί να λυθεί ουσιαστικά, να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από ακροδεξιά μορφώματα, που τελικά υποσκάπτουν τον ίδιο τον πυρήνα του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Με τίτλους, μία τέτοια εθνική στρατηγική για την μετανάστευση, δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει:

1. Συνεχής επιφυλακή και αυστηρή φύλαξη συνόρων με τη συνεργασία της Frontex και τη χρηματοοικονομική συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2. Υπογραφή διμερών συμφωνιών με όμορες χώρες όσο και με χώρες προέλευσης μεταναστών για έλεγχο των μεταναστευτικών ροών προς τη χώρα μας, καθώς και συνεργασία με την ΕΕ για αναμόρφωση του Δουβλίνου ΙΙ.

3. Δημιουργία και οργάνωση κέντρων πρώτης υποδοχής νεοεισερχόμενων παράνομων μεταναστών, ώστε να γίνεται κατάλληλη διαχείριση ανά περίπτωση. Για παράδειγμα, διαφορετική είναι η αντιμετώπιση νεοεισερχόμενου μετανάστη που αιτείται άσυλο από την περίπτωση του οικονομικού μετανάστη.

4. Βελτίωση υπαρχόντων και δημιουργία νέων κέντρων προσωρινής διαμονής παράνομων μεταναστών, ώστε να αποσυμφορηθεί η υφιστάμενη κατάσταση ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα και να καταστεί δυνατή είτε η οικειοθελής επιστροφή, είτε η επαναπροώθηση .

5. Βιομετρική καταγραφή όλου του μεταναστευτικού πληθυσμού που διαμένει παράνομα στη χώρα και ομαδοποίηση με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε εφαρμογή διαφορετικών πολιτικών.

6. Απόδοση καθεστώτος παραμονής στη χώρα σε μετανάστες, που αν και σε καθεστώς παρανομίας, έχουν διαμείνει επί μακρόν στη χώρα και έχουν ενταχθεί στην αγορά εργασίας και στον κοινωνικό ιστό.

7. Εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου νόμιμης εισόδου στη χώρα (Ν. 3386/2005) με εισαγωγή κριτηρίων που ανταποκρίνονται στη σύγχρονη δομή και στις ανάγκες της Ελληνικής Οικονομίας.

8. Εισαγωγή του θεσμού της «κυκλικής μετανάστευσης» με χορήγηση ανανεώσιμων αδειών για εποχιακή και προσωρινή απασχόληση, ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα.

9. Ενεργοποίηση στοχευμένων παρεμβάσεων ένταξης νόμιμων μεταναστών με συνεργασία δικτύων μεταναστών και ΜΚΟ

. Κλείνοντας, πιστεύω αληθινά ότι η προσέγγιση που επιχειρείται απ τον φίλο Θανάση Νιάρχο διέπεται από ορθολογισμό και ανθρωπισμό συνάμα. Ακόμη και ο τίτλος «Τζιβαέρι» που δόθηκε με αναφορά στην ξενιτειά όπως μάθαμε, απ την παράδοσή μας, να την νοούμε εμείς οι έλληνες, σου δημιουργεί την σπουδή, αλλά και την περιέργεια, να ξεφυλλίσεις να διαβάσεις το βιβλίο

. Σ ευχαριστούμε Θανάση γιατί μας σπρώχνεις ξανά να προβληματιστούμε στο επίκαιρο και ακανθώδες θέμα που καταπιάστηκες και λίγο-πολύ όλοι και ενδιαφερόμαστε και αγωνιούμε.