Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
Παρουσίαση βιβλίου ΟƒΞΊΞ±Ξ»ΞΏΟ‡Ο‰ΟΞΉΟ„ΟŽΞ½ Κώδηξ ιΡράς Ρκκλησίας Σκαλοχωρίου

 
Κυρίες και Κύριοι Κάθε μικρός τόπος έχει τη δική του ιδιαίτερη ιστορία. Είναι ένας μικρός παραπόταμος, σχηματισμένος από ψηφίδες μνήμης και γεγονότα, που διαγράφει τη δική του ξεχωριστή πορεία κι ύστερα -τις περισσότερες φορές- συμβάλλει και χάνεται μέσα στο μεγάλο ποτάμι της εθνικής μας ιστορίας και της κοινής συλλογικής μας μνήμης. Η ιστορία κάθε μικρής πατρίδας, αν δεν έτυχε να σημαδευτεί από συγκεκριμένα γεγονότα μεγάλης σημασίας, όπως μια μάχη ή ένα ολοκαύτωμα π.χ., προσδιορίζεται συνήθως από την κλίμακά του τόπου, καταχωρεί τα πεπραγμένα μιας ανθρώπινης κοινότητας μέσα στο χρόνο, αφουγκράζεται τον αντίκτυπο όσων συμβαίνουν έξω από τα σύνορα της κι όλα αυτά τα εναποθέτει στην τοπική προφορική παράδοση και στη μνήμη μίας ή το πολύ δυο γενεών. Η μικρή ιστορία των μικρών τόπων έχει προσδιορισμένη μοίρα και συνήθως μικρή διάρκεια ζωής. Αυτός ο κανόνας όμως, γνωρίζει στην πράξη πολλές εξαιρέσεις, ειδικά στη χώρα μας όπου η σημασία της κοινότητας είναι κατά παράδοση πολύ σημαντική, η καταγωγή αποτελεί πρωταρχικό στοιχείο ταυτότητας και η αγάπη για το γενέθλιο τόπο μεταβάλλεται συχνά σε ισχυρό κίνητρο για την καταγραφή της ιστορίας του. Αυτή η στενή σχέση με μια μικρή ιδιαίτερη πατρίδα, γεννά συνήθως τον Ιστορικό κάποιου συγκεκριμένου τόπου. Αυτόν που αναλαμβάνει, για λογαριασμό όλων, να παραδώσει στους επιγενόμενους θησαυρισμένες, όλες τις πληροφορίες για τα έργα και τις ημέρες της κοινότητας. «Ταύτα γράφω προς ανάμνησιν των μεταγενεστέρων», γράφει σε κάποιο σημείο ο Ανέστης Θεοδοσίου, ο συγγραφέας του χρονικού που παρουσιάζουμε σήμερα, δηλώνοντας έτσι ρητά το σκοπό που κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι τοπικοί ιστορικοί, υπηρετεί ευσυνείδητα. Το βιβλίο «Κώδιξ ιεράς εκκλησίας της κοινότητος Σκαλοχωρίου ’γιος Γεώργιος», που εκδόθηκε από το Σύλλογο Σκαλοχωριτών Αθηνών περιέχει πολύ περισσότερα απ’ όσα δηλώνει ο τίτλος του, αφού οι σημειώσεις μιας ολόκληρης ζωής του προεστού Ανέστη Θεοδοσίου καλύπτουν, εκτός από την ιστορία της μεγάλης εκκλησίας του χωριού, πλήθος άλλα θέματα που ξεκινούν από τον προσωπικό βίο του συγγραφέα για να επεκταθούν και να περιγράψουν τη δύσκολη ζωή του χωριού με φόντο το ταραγμένο όσο και κοσμογονικό ιστορικό τοπίο των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα. Ο Ανέστης Θεοδοσίου είναι ένας εγγράμματος και πολυταξιδεμένος -για τα μέτρα της εποχής- Σκαλοχωρίτης, που μεταναστεύει στην Κωνσταντινούπολη, ασχολείται με το εμπόριο και ξαναγυρίζει στη μικρή του πατρίδα για να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην κοινότητα. Δημογέροντας αλλά και γραμματέας του χωριού, αφού ξέρει ανάγνωση και γραφή, γίνεται σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο εμπνευστής της αλλαγής της ονομασίας του όμορφου χωριού της δυτικής Λέσβου που ως τότε λεγόταν «Τσουκαλοχώρι», που μεταβάλλεται στο εξής με δική του πρωτοβουλία σε «Σκαλοχώρι». Κάποια στιγμή αποφασίζει να καταγράψει την ιστορία της εκκλησίας του χωριού και να σώσει από τη λήθη τα ονόματα των δωρητών και των επιτρόπων. ΄Όμως δεν σταματά εκεί. Στο ίδιο δερματόδετο σημειωματάριο με τον εγχάρακτο τίτλο «Κώδιξ ιεράς εκκλησίας της κοινότητος…» που δηλώνει τις αρχικές του προθέσεις, ο Θεοδοσίου –ένας φωτισμένος φιλελεύθερος Βενιζελικός- παρασυρμένος και από τις ραγδαίες εξελίξεις των καιρών αποφασίζει να θησαυρίσει «προς ανάμνησιν των μεταγενεστέρων» ένα σωρό πληροφορίες και γεγονότα, που όσο κι αν μοιάζουν συχνά ετερόκλητες, βρίσκουν ωστόσο τη δική τους κρυφή αλληλουχία και συνοχή μέσα από το βλέμμα ενός ευσυνείδητου, άγρυπνου και συχνά εντυπωσιασμένου παρατηρητή μιας ολόκληρης εποχής: Θεομηνίες –όπως η παγωνιά του 1850, ο μεγάλος σεισμός του 1867, μια πλημμύρα το 1868, ένας λιμός τον επόμενο χρόνο- κτηματικά ζητήματα, έργα οδοποιίας, η επικράτηση των νεοτούρκων και η πτώση του Αβδούλ Χαμίτ, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η απελευθέρωση της Λέσβου και η μάχη του Κλαπάδου, η ναυμαχία της Έλλης, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η πείνα που έφερε στο χωριό, ο πρώτος διωγμός του μικρασιατικού ελληνισμού στα 1914, η ακρίβεια και η δυστυχία ως το 1920, η μικρασιατική εκστρατεία και η εθνική καταστροφή του 1922, η ανταλλαγή των πληθυσμών και η αναχώρηση των ντόπιων Τούρκων από το Σκαλοχώρι, η δικτατορία του Πάγκαλου, αλλά και τα εγκαίνια του ελαιοτριβείου και της αλευρομηχανής του χωριού κι ύστερα πάλι και πάλι οι συνεχείς αναφορές –σαν μόνιμη επωδός- σε πρόσωπα και πράγματα της κοινότητας, στην ακρίβεια, στις τιμές των αγαθών και στα καιρικά φαινόμενα, όλα αυτά μαζί σημειωμένα σε διαδοχικές σελίδες «προς γνώσιν των νέων γενεών» όπως υπογραμμίζεται, μαζί με λίγες αυτοβιογραφικές σημειώσεις, συναπαρτίζουν το πολυθεματικό περιεχόμενο όχι ενός εκκλησιαστικού αλλά ενός προσωπικού εν τέλει «κώδικα» του προεστού Θεοδοσίου. Δεν είμαι αρμόδιος να αποτιμήσω την ιστορική αξία αυτών των σημειώσεων, όσο κι αν είναι βέβαιο ότι οι πληροφορίες που κομίζουν συνεισφέρουν στην καλύτερη γνώση και στην κατανόηση προσώπων και γεγονότων που έχουν να κάνουν με το Σκαλοχώρι του παρελθόντος. Πιστεύω όμως –και η συγκίνηση που ένοιωσα διαβάζοντάς το με κάνουν βέβαιο γι’ αυτό- ότι το σημειωματάριο του Ανέστη Θεοδοσίου είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό. Είναι το συναξάρι ενός «καθαρού τη καρδία» παρατηρητή μιας εποχής που ατενίζει μιαν ολόκληρη δύσκολη ιστορική περίοδο από μια μικρή γωνιά μιας μεγαλονήσου του Αιγαίου κι αποτυπώνει τη μαρτυρία του ως όχι προσωπική ερμηνεία των γεγονότων, αλλά ως συλλογικό βίωμα. Αυτό διαφοροποιεί την ιστορική διάσταση του κειμένου του Ανέστη Θεοδοσίου από τις λογής - λογής τοπικές ιστορίες που αφιερώθηκαν κατά καιρούς σε συγκεκριμένους μικρούς τόπους της πατρίδας μας. Αυτές, είναι συνήθως προϊόντα ενός εξατομικευμένου λογιοτατισμού και προσπαθούν να ερμηνεύσουν εκ των υστέρων τα γεγονότα υπό το πρίσμα κάποιας επίσημης ιδεολογίας πάσχοντας –τις πιο πολλές φορές- από το σύνδρομο της ωραιοποίησης. Οι σημειώσεις του Θεοδοσίου κάνουν ακριβώς το αντίθετο: Ανθολογούν, χωρίς προκατάληψη και χωρίς περιττές ερμηνείες, ατομικές εντυπώσεις που προέρχονται από συλλογικές περιπέτειες και διατυπώνονται από κάποιον που δεν είδε ποτέ τον εαυτό του ως κάτι ξεχωριστό από την κοινότητα. Απ΄ αυτή την άποψη –και συγχωρείστε μου την παραδοξολογία- θα μπορούσα να πω ότι το σημειωματάριο του Ανέστη Θεοδοσίου είναι μια «συλλογική αυτοβιογραφία». Αυτό ακριβώς κάνει το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα, αν όχι μοναδικό, τουλάχιστον σπάνιο. Γιατί αποτελεί στο σύνολό του το τεκμήριο τους ήθους μιας άλλης εποχής, όταν τα σύνορα του ατόμου με την κοινότητα που το περιβάλλει δεν ήταν τόσο στεγανά όσο στις μέρες μας, όταν οι άνθρωποι λειτουργούσαν περισσότερο ως συγκοινωνούντα δοχεία παρά ως ανεξάρτητες μονάδες αντιμετωπίζοντας την κοινή τους μοίρα μέσα στο πλαίσιο μιας κοινοτικής ζωής που συστηματοποίησε για λογαριασμό τους η ιστορία. Μ’ όλα αυτά δεν προσπαθώ φυσικά να συγκρίνω δυο εντελώς ανόμοιες εποχές, ούτε να παραστήσω το νοσταλγό του παρελθόντος. Προσπαθώ να πω απλώς ότι το βιβλίο που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας, αποτυπώνει τόσο ζωντανά και τόσο εύγλωττα μια συνολική στάση ζωής, ώστε αποτελεί Ιστορία επί της ουσίας πολύ πιο σημαντική από τις σχετικής αξίας πληροφορίες που μεταφέρει. Κι ακόμα μπορεί, με τον τρόπο του, να μας βοηθήσει να μετρήσουμε όσο είναι δυνατόν πια, εκείνη την απόσταση ανάμεσα στο εγώ και στο εμείς, που μνημονεύει ο Μακρυγιάννης. Κλείνοντας, αφού συγχαρώ θερμά το Σύλλογο Σκαλοχωριτών Αθηνών για την εξαιρετική του πρωτοβουλία να φέρει στο φως τις πολύτιμες σημειώσεις του Ανέστη Θεοδοσίου κι αφού δηλώσω τη χαρά μου γιατί το εκδοτικό αποτέλεσμα δικαιώνει και το Υπουργείο Αιγαίου που –όταν είχα την ευθύνη του- στήριξε αυτή την προσπάθεια, επιτρέψτε μου να προσθέσω κάτι ακόμα: Το 1930 εμφανίζεται στη Λέσβο ένα υδροπλάνο ιταλικής εταιρείας κι αρχίζει να κάνει το δρομολόγιο με την Αθήνα, χρησιμοποιώντας για να προσθαλασσώνεται τα νερά του κόλπου της Γέρας. Ο Ανέστης Θεοδοσίου το σημειώνει ως το σημαντικό γεγονός εκείνου του έτους. Προσπάθησα να θυμηθώ πού το έχω συναντήσει ξανά αυτό το υδροπλάνο και ξαφνικά θυμήθηκα όλους τους πίνακες του Θεόφιλου εκείνης της εποχής, που το ζωγραφίζει κατ’ επανάληψη πάνω από τη Λεσβιακά τοπία, πάνω από τη Μυτιλήνη ή πάνω από τη Παναγιά της Πέτρας. Το υδροπλάνο αυτό λοιπόν με ταξίδεψε πίσω από το Θεόφιλο Χατζημιχαήλ στον Ανέστη Θεοδοσίου. Τα μεγέθη και η σημασία του καθενός είναι βέβαια διαφορετικά. Μεγάλος καλλιτέχνης –εν αγνοία του- ο πρώτος, άσημος τοπικός δημογέροντας ο δεύτερος. Στο βάθος όμως αυτοί οι δυο Μυτιληνιοί που συνυπήρξαν στο νησί κάποιο διάστημα –χωρίς κατά πάσα πιθανότητα να συναπαντηθούν- είχαν κάτι το κοινό. Βίωσαν, με καθαρή καρδιά και οι δύο, την προσωπική τους πορεία ως μέρος μιας μεγάλης ιστορικής περιπέτειας κι αυτή τους την εμπειρία –ο καθένας με τον τρόπο, τα εκφραστικά του μέσα και τις δυνατότητές του- την αποτύπωσαν ως στάση ζωής στους δικούς τους «κώδικες» που έφτασαν ως εμάς για να τους αποκρυπτογραφήσουμε. Και κάτι ακόμα: Ο Θεόφιλος και ο κυρ Ανέστης είχαν και κάτι άλλο κοινό. Κοίταζαν ψηλά. Γι’ αυτό είδαν και οι δυο το υδροπλάνο. Σας ευχαριστώ πολύ.