Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
Ξ€ΞΏΟ…ΟΞΉΟƒΞΌΟŒΟ‚ ΞΊΞ±ΞΉ ΠΡριβάλλον

 
Θέμα ομιλίας: τουρισμός και περιβάλλον Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι στην γενέθλια πόλη μου το όμορφο Ρέθεμνος. Προκαταβολικά θα ήθελα να συγχαρώ το Επιμελητήριο Ρεθύμνου για την πρωτοβουλία του να οργανώσει αυτό το συνέδριο και να μας δώσει έτσι την ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σ’ ένα θέμα ζωτικό για την οικονομία και την ανάπτυξη αυτού του τόπου ειδικά, αλλά και της χώρας μας γενικότερα. Αν το Ρέθυμνο έχει αφιερώσει –και με σημαντική επιτυχία μάλιστα- μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς του στον τουρισμό, η Ελλάδα έχει εναποθέσει ένα εξ ίσου σημαντικό μέρος των ελπίδων για την ανάπτυξή της σ’ αυτή τη σύγχρονη βαριά βιομηχανία της φιλοξενίας και της παροχής υπηρεσιών. Δεν είναι υπερβολή ο ισχυρισμός ότι το μέλλον του τουρισμού μας είναι κρίσιμο για το μέλλον της οικονομίας μας. Από την άλλη πλευρά γίνεται όλο και περισσότερο συνείδηση, ότι το κυρίαρχο μοντέλο του μαζικού τουρισμού με βάση το οποίο έγινε στη χώρα μας ο προσανατολισμός και η διάρθρωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων σ’ αυτό τον τομέα, χρειάζεται επαναπροσδιορισμό. Η κύρια αιτία βρίσκεται στο ότι αυτός ο προσανατολισμός της ανάπτυξης του μαζικού τουρισμού εξελίχθηκε επί μια τριακονταετία χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό και σε πολλές περιπτώσεις δημιούργησε καταστρεπτικές παρενέργειες στο φυσικό, περιβαλλοντικό και πολιτιστικό υπέδαφος στο οποίο θα έπρεπε να στηρίζονται τα θεμέλια του τουρισμού μας. Σήμερα, τα σημάδια αυτής της κρίσης από την εμμονή μας να συνεχίζουμε να « επενδύουμε» σ΄ αυτό το μοντέλο είναι όλο και πιο ευδιάκριτα, όταν καινούργιοι φτηνοί τουριστικοί προορισμοί απειλούν να αποσπάσουν μεγάλο μερίδιο της δικής μας αγοράς, όταν τέλος η παγκοσμιοποίηση διαμορφώνει ένα καινούργιο τοπίο εξοντωτικού ανταγωνισμού, είναι πια επιτακτική ανάγκη –όσο είναι καιρός- να προβληματιστούμε, να μετρήσουμε τα επιτεύγματά μας, να κατανοήσουμε τα λάθη μας, να διδαχτούμε από τις αποτυχίες μας και να διαμορφώσουμε με νέους αυστηρούς κανόνες ένα νέο πλαίσιο στρατηγικής για την τουριστική ανάπτυξη προσαρμοσμένο στις δυνατότητες και τη ιδιαίτερη φυσιογνωμία της χώρας μας με αναφορά στην παράδοση και το μοναδικό τοπίο κυρίως των νησιών μας – όπως της Κρήτης. Η σημερινή συζήτηση προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σ’ αυτό το κρίσιμο ζήτημα. Θα συνεισφέρω στη συζήτηση με συγκεκριμένες προτάσεις για την υπέρβαση της σημερινής κρίσης. Πριν όμως επιτρέψτε μου να επικεντρώσω το προβληματισμό μου σε μια από τις κυριότερες ρίζες της κακοδαιμονίας του τουρισμού μας, στην κρίσιμη όσο και προβληματική σχέση του τουρισμού με το δομημένο περιβάλλον. Η σχέση αυτή με προβλημάτισε ιδιαίτερα σαν αρχιτέκτονα αλλά με απασχόλησε κυρίως σαν πολιτικό, αφού τα τελευταία είκοσι χρόνια θήτευσα σε διάφορα Υπουργεία όπως του Πολιτισμού, Τουρισμού και Αιγαίου, κα εργάσθηκα προκειμένου να υπάρξει ορθολογικός σχεδιασμός, κατ΄ επέκταση διαχείριση τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο στα ευαίσθητα θέματα του περιβάλλοντος. Οι αρμοδιότητές μου ήταν διαφορετικές κάθε φορά, όμως η κινητήρια δύναμη των προσπαθειών μου ήταν πάντα η ίδια. Η αγωνία μου για τη μη αλλοίωση της φυσιογνωμίας του τόπου μας, που δεκαετίες τώρα αλλοιώνεται και θυσιάζεται με ασυγχώρητη ευκολία στο βωμό του εύκολου και πρόσκαιρου κέρδους, του μεγάλου αλλά και του μικρού συμφέροντος, θύμα μιας νοοτροπίας που αβασάνιστα υποβαθμίζει το χτες και υπονομεύει το αύριο για να εξασφαλίσει την ευημερία του σήμερα κι όλα αυτά με θεατή ένα κράτος που δεν μπορεί ή δεν θέλει να παρέμβει ή στη χειρότερη περίπτωση ανέχεται, αναπαράγει και ενθαρρύνει τις καταστροφικές αντιλήψεις. Η μέριμνα μου για το περιβάλλον –και θέλω να το υπογραμμίσω αυτό- δεν είναι μια εκδήλωση ελιτισμού και δεν πηγάζει μόνο από την ευαισθησία μου στην παράδοση και στις μορφές που αυτή με σοφία δημιούργησε. Είναι μια κατασταλαγμένη πολιτική θέση, που απηχεί την ακλόνητη πεποίθησή μου ότι ο σεβασμός και η ανάδειξη του φυσικού και του ιστορικά δομημένου περιβάλλοντος και όχι μόνο είναι πρωταρχικός και αναγκαίος όρος για τη διαρκή και αειφόρο ανάπτυξη κάθε τόπου που εναποθέτει το μέλλον του στην άσκηση της τουριστικής δραστηριότητας. Είναι μια πολιτική θέση που γέννησε συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές και με οδήγησε τις περισσότερες φορές απέναντι στο ορμητικό ρεύμα του εφήμερου συμφέροντος. Πιστεύω όμως ακράδαντα ότι αυτή η προσπάθειά άξιζε τον κόπο, αν στο ελάχιστο βοήθησα κάποιους να κατανοήσουν ότι τα κοινά και μεγάλα συμφέροντα όλων έχουν κοινό σημείο συνάντησης σ’ ένα ελπιδοφόρο μέλλον όταν η διαρκής ανάπτυξη δεν θα αποτελεί επιδίωξη, αλλά κατάκτηση. Μ’ άλλα λόγια: Είναι υπεύθυνη πολιτική στάση να προσπαθείς να κατανοήσουν και να εμπεδώσουν οι πολίτες, να αποδείξεις ότι τα κλαδιά πάνω στα οποία φυτρώνουν οι καρποί της τουριστικής ανάπτυξης, δεν είναι άλλα από τον πολιτισμό, την παράδοση, το περιβάλλον, την διατήρηση της ιδιαίτερη φυσιογνωμία μας. Αν θέλουμε το δέντρο να καρποφορεί πάντα, πρέπει να πάψουμε να το πριονίζουμε. Η φύση και η ιστορία προίκισαν πλουσιοπάροχα την Ελλάδα και την έκαναν ιδανικό προορισμό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ξεκινούσαν οι πρώτες περιορισμένες απόπειρες για την τουριστική ανάπτυξη. Μοναδικά τοπία, καθαρές θάλασσες, εξαιρετικό κλίμα, ηλιοφάνεια, παράδοση στη φιλοξενία, ιδιαίτερα ήθη και έθιμα νεοκλασικές πόλεις και πανέμορφοι παραδοσιακοί οικισμοί διαμορφωμένοι στη διάρκεια των αιώνων. Ο τουρισμός, μια καινούργια μαζική ανθρώπινη δραστηριότητα πρόβαλλε σαν ανάγκη των αναπτυσσόμενων κοινωνιών, που ξεπερνούσαν τα τραύματα του πολέμου και εμείς και εκείνα του εμφυλίου και αναζητούσαν νέους τρόπους αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου. Μια καινούργια δραστηριότητα, με πρόγονο την περιήγηση μια πανάρχαια παράδοση βασισμένη στην ανθρώπινη περιέργεια και στην ανάγκη γνωριμίας της φύσης και του πολιτισμού των άλλων, έξω και πέρα από στενά σύνορα. Ο τουρισμός έκανε την περιήγηση οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα με ανάγκη υποδομών και επάρκεια παροχής υπηρεσιών. Όμως στο βάθος, η κινητήρια δύναμη του τουρισμού παρέμεινε και παραμένει η περιέργεια για το καινούργιο, η ανάγκη γνωριμίας άλλων τόπων και άλλων πολιτισμών. Οι επισκέπτες περιηγητές που άρχισαν σιγά - σιγά να μας κατακλύζουν, χαίρονται τις χάρες της ελληνικής φύσης, κατανάλωναν και καταναλώνουν όμως πριν απ’ όλα ό,τι ιδιαίτερο και ξεχωριστό έχει να τους προσφέρει ο τόπος. Με την τουριστική έκρηξη των δεκαετιών του 70 και του 80, υιοθετήθηκε από την εγχώρια τουριστική βιομηχανία το μοντέλο του μαζικού τουρισμού, που οδήγησε στην τυποποίηση όχι μόνο των υπηρεσιών αλλά και των αισθητικών προτύπων που προβάλλονταν ως αξίες και στοιχεία της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας μας. Στοιχεία της παράδοσης και του πολιτισμού μας οδηγήθηκαν περίπου σε τυποποίηση και υιοθετήθηκαν από την αναδυόμενη τουριστική βιομηχανία ως αυθεντικά σχήματα. Οι πραγματικές όμως πολιτιστικές αξίες μ’ όλο το βάθος και την καταγωγή τους, στρεβλώθηκαν κι απώλεσαν την αυθεντική και αξεπέραστη δυναμική τους. Το ελληνικό τοπίο πλημμύρισε παράταιρα και χωρίς καταγωγή κτίσματα, που φύτρωσαν βιαστικά για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της στιγμής από το συνεχές αυξανόμενο ρεύμα των επισκεπτών. Οικισμοί που δημιουργήθηκαν από τη σοφία του χρόνου και την οικονομία του λαϊκού αρχιτέκτονα, αλλοιώθηκαν ή περίπου καταστράφηκαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Η ισοπέδωση ολοκληρώθηκε από την ανάπτυξη μιας ολόκληρης βιοτεχνίας κατασκευής και επιβολής ομοιότυπων ενθυμίων φτηνού συνήθως γούστου, που τυποποίησαν την εικόνα της αγοράς ολόκληρων πόλεων. Έτσι πολύ γρήγορα ο τουρισμός μας που βασίστηκε η γέννηση του στην ιστορία του τόπου μας στο μοναδικό ελληνικό φυσικό, και στο με ανθρώπινη κλίμακα δομημένο περιβάλλον κατάφερε να το αλλοιώσει και να το αλλάξει δραματικά. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι στα χρόνια που το μοντέλο του μαζικού τουρισμού θριάμβευε, καλλιεργήθηκε η ψευδαίσθηση ότι η κατάσταση αυτή θα είναι μόνιμη και σταθερή. Λίγοι είχαν τη διορατικότητα να επισημάνουν τους κινδύνους. Οι περισσότεροι επαναπαύονταν πιστεύοντας ότι η κρίση που διαφαινόταν θα ήταν παροδική και σε τελική ανάλυση θ΄ ανατρέψουμε τα όποια κακώς κείμενα. Στα χρόνια που ακολούθησαν όμως δεν αλλάξαμε και επαναπαυτήκαμε στην είσπραξη του συνεχούς μειωμένου ενοικίου. Είναι απορίας άξιο πως εμείς ένας λαός με ιστορία, με μεγάλη παράδοση και με ισχυρούς δεσμούς με τους τόπους καταγωγής, δεν αντιληφθήκαμε τις συνέπειες που συνεπάγονταν η αλλοίωση του περιβάλλοντος και η κακοποίηση της αισθητικής του τοπίου, η ισοπέδωση του ιστορικού δομημένου χώρου της πατρίδας μας. Αυτό το μεγάλο κατόρθωμα το επιτύχαμε μέσα σε είκοσι περίπου χρόνια. Π.χ. η πόλη του Ρεθύμνου και τα χωριά που η Αρχιτεκτονική τους μοναδικότητα έπρεπε να είναι το προνομιακό τουριστικό μας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα , σήμερα δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι. Χάθηκε το σημείο της ιστορικής μας αναφοράς σε αντίθεση με αυτό που συνέβη σ΄ άλλα κράτη όπως της Ιταλία και την Ισπανία που ουσιαστικά στις πόλεις και τους ιστορικούς οικισμούς τους βασίζουν την διευρυμένη τουριστική περίοδο περίπου δώδεκα μηνών και την συνέχεια της τουριστικής τους προοπτικής. Νομίζω, ότι το φαινόμενο αυτό έχει τις ρίζες του στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας και στην αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων, που γνώρισαν πολλές μεταβολές κατά την περίοδο αυτή, καθώς και στην ανασφάλεια των νεοελλήνων μπροστά στο ολοένα μεταβαλλόμενο μετεμφυλιακό κοινωνικό τοπίο. Η ανάγκη για διαρκή προσαρμογή και επιβίωση σε μια κοινωνία ολοένα και πιο ανταγωνιστική, έθεσε σε δεύτερη μοίρα την αισθητική μας παράδοση. Η αστυφιλία και η μετεγκατάσταση σε αστικά κέντρα, μετέβαλε την περιφέρεια από χώρο ζωής σε χώρο νοσταλγίας. Η πολιτική της «οριζοντίου ιδιοκτησίας» του 55-60, χώρεσε τους νέους πληθυσμούς στην υδροκέφαλη πρωτεύουσα, αλλοίωσε όμως ανεπανόρθωτα το αστικό περιβάλλον και μας έκανε ανεκτικούς και άβουλους θεατές της ασχήμιας που διαμορφωνόταν γύρω μας. Ο τουρισμός αμέσως μετά, δημιουργεί μιαν άλλη βαθιά κοινωνική αλλαγή, μετασχηματίζοντας τόπους αγροτικούς ή ναυτικούς σε χώρους παροχής υπηρεσιών. Η εν΄ αρχή οικονομική ευμάρεια άμβλυνε ακόμα περισσότερο το αισθητήριο μας και μετασχημάτισε τη σχέση μας με το περιβάλλον αποτέλεσμα της κοινωνικής ανόδου των μεσαίων στρωμάτων. Η ανασφάλεια έχει αντικατασταθεί πια με το δικαίωμα συμμετοχής στην απόλαυση των αγαθών και τη βιασύνη που αυτό συνεπάγεται. Μια βιασύνη που με ορμή γεμίζει τη χώρα με παραθεριστικές κατοικίες αταίριαστες στο περιβάλλον και την αρχιτεκτονική ιστορία μας αμφιβόλου προοπτικής που καταλαμβάνουν ραγδαία τον τελευταίο ελεύθερο χώρο κάθε περιαστικού και παράκτιου τοπίου. Ακόμα η ελεύθερη γη πέριξ και πέρα από τους εναπομείναντες παραδοσιακούς οικισμούς δεν μειώνεται απλώς, εξαφανίζεται με αποτέλεσμα η σπέκουλα της γης ν΄ ανεβάζει υπέρογκα την οικοπεδική πλέον αξία. Το φαινόμενο αυτό παίρνει δραματικές διαστάσεις στη μικροκλίμακα κυρίως των νησιών, που αποτελούν τους προνομιακούς μας τουριστικούς προορισμούς. Χαρακτηριστικός είναι ο αριθμός των οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν στα Νησιά του Αιγαίου κατά τη διάρκεια ενός μόνο έτους, του 1999 10.464 άδειες που ουσιαστικά αντιστοιχούν σε 25 νέα οικιστικά σύνολα. Αποτέλεσμα αυτής της ξέφρενης οικοδομικής δραστηριότητας την περασμένη δεκαετία ήταν η οικοπεδοποίηση εκτάσεων υψηλής γεωργικής παραγωγικότητας που οικοδομήθηκαν «κατά παρέκκλιση». Όταν στα νησιά αυτά, κυρίως στα μεσαία και στα μικρά, το μεγαλύτερο επαγγελματικό ενδιαφέρον των κατοίκων στρέφεται στον τουρισμό, αναρωτιέται εύλογα κανείς ποιο θα είναι το τουριστικό προϊόν που θα προσφέρεται σ’ ένα τόπο οικοπεδοποιημένο και βέβαια ……….. τουρισμό θα δέχεται ο τόπος αυτός που αν εξακολουθήσουν οι σημερινοί ρυθμοί οικοδόμησης μετά βεβαιότητας η ποιοτική τουριστική προοπτική τους θ΄ ακυρωθεί και μάλιστα πολύ σύντομα. Είναι αποδεδειγμένο ότι οι ραγδαίες κοινωνικές, οικονομικές και παραγωγικές αλλαγές που έλαβαν χώρα τα τελευταία 20 χρόνια στη χώρα μας εξαιτίας της μη ύπαρξης κανόνων σαφών και συγκεκριμένων δεσμεύσεων για κάθε οικισμό ή Δήμο με ευθύνη της οργανωμένης πολιτείας αλλά και συνευθύνη των ίδιων των πολιτών που εναντιώθηκαν στην θεσμοθέτηση ενός σταθερού πλαισίου χωροταξίας που θα προστάτευαν την σχέση τοπίου - δομημένου χώρου. Σήμερα η όποια παρέμβαση αποκατάστασης της ισορροπίας γίνεται πιο δύσκολη και οικονομικά δυσβάσταχτη. Η χωροταξία δεν είναι όρος τεχνικός, είναι όρος οικονομικός, οικολογικός και αναπτυξιακός, που εμπεριέχει τις αλληλένδετες παραμέτρους της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, του δάσους, της κηπευτικής γης, της αλιείας, της βιοτεχνίας, του εμπορίου και βέβαια του τουρισμού. Το κράτος δυστυχώς απέτυχε στο βασικό του ρόλο που είναι η σύνταξη κανόνων και η εμπέδωση του αισθήματος ευθύνης στους πολίτες. Δυστυχώς δεν υπάρχει σήμερα η πολυτέλεια για έναν ειλικρινή συμβιβασμό μεταξύ της απληστίας του όποιου εποικιστή παραθεριστή και του ανυπεράσπιστου τοπίου των νησιών μας. Αυτή η ευκαιρία χάθηκε. Αυτό που χρειάζεται πια είναι οι επιβεβλημένες όσο και δύσκολες αποφάσεις που θα διαμορφώσουν μια νέα πολιτική προκειμένου να ανατραπεί η οριστική αλλοίωση που βρίσκεται του νησιωτικού τοπίου προ των πυλών. Όλα τα παραπάνω αποτελούν παγκόσμια πρωτοτυπία γιατί απαξιώσαμε την έννοια και το σκοπό της χωροθέτησης λειτουργιών. Στην χώρα μας κατά παγκόσμια πρωτοτυπία την ευθύνη της χωροταξίας, δηλαδή την τοποθέτηση στο χώρο λειτουργιών την έχει το Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Με δεδομένο ότι δυστυχώς παρά τις κραυγές των τελευταίων χρόνων δεν ανασυντάχθηκε όπως οφείλεται το Υπουργείο Χωροταξίας οικισμού και περιβάλλοντος τουλάχιστον επιβάλλεται η ευθύνη της χωροταξίας να περιέλθει στο ΥΠ.ΕΘ.Ο όπως ειδικοί υποστηρίζουν, προσωπικά δεν συμφωνώ αλλά είναι σαφώς προτιμότερο. Προσωπική μου θέση είναι η δημιουργία μιας ανεξάρτητης αρχής που θα έχει την ευθύνη για το περιβάλλον, την προστασία της γεωργικής γης και το σύνολο της οικιστικής και οικοδομικής πολιτική της πατρίδος μας. Δραστηριοποιήθηκα τα τελευταία χρόνια μαζί με τους συνεργάτες μου στο Υπουργείο Αιγαίου σ΄ αυτήν την κατεύθυνση και θέσαμε σε εφαρμογή ένα μεγάλο πρόγραμμα με θεσμικές πρωτοβουλίες κατά την περίοδο 2000 – 2004. Με την έκδοση μιας σειράς προεδρικών Διαταγμάτων ορίστηκαν αρχιτεκτονικοί κανόνες για την εκτός οικισμών δόμηση για 27 νησιά καθώς και σε 51 αξιόλογους οικισμούς και προσδιορίστηκαν οι αρχιτεκτονικοί και μορφολογικοί όροι που πρέπει να τηρούνται στις νέες οικοδομικές δραστηριότητες, σύμφωνα με την τοπική αρχιτεκτονική παράδοση κάθε περιοχής. Η φιλόδοξη αυτή προσπάθεια δεν είχε ως στόχο της τη στείρα μίμηση μορφολογικών στοιχείων. Απέβλεπε αντίθετα στη δημιουργία κτιρίων που θα ακολουθούν το πνεύμα και την ουσία της αρχιτεκτονικής κάθε τόπου, με την ανάδειξη των ιδιαίτερων αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών του χαρακτηριστικών. Το θεσμικό αυτό πλαίσιο που απέβλεπε στην πρόληψη άλλων αλλοιώσεων και καταστροφών, συμπληρώθηκε με το νόμο «για την απόσυρση κτιρίων» όπως αποκλήθηκε, που είχε σκοπό την επανόρθωση της ζημιάς που έχουν επιφέρει στο περιβάλλον η παρουσία οικοδομημάτων κυρίως της περιόδου «60-70» που δεν είναι συμβατά με την κλίμακα και την αισθητική του περιβάλλοντος των νησιών. Το πρωτοποριακό αυτό μέτρο επικροτήθηκε γενικότερα και από τον τύπο και βρήκε θετική ανταπόκριση στους πολίτες. Η παρήγορη αυτή αντίδραση ήταν η καλύτερη απόδειξη ότι η κοινωνία μας έχει αρχίσει να ευαισθητοποιείται στα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος και δείχνει ώριμη να επενδύσει για την επανάκτηση της ποιότητάς του. Ελπίζω ότι και η σημερινή κυβέρνηση θα πολιτευτεί την ίδια κατεύθυνση, αφού η διατήρηση του φυσικού και οικιστικού αποθέματος μας δεν αποτελεί μόνο πολιτιστικό χρέος αλλά και αναπτυξιακή αναγκαιότητα για την οικονομία του τόπου, άρα είναι πρώτιστο πολιτικό μας χρέος. Αν τα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος προβάλλουν σήμερα αναγκαία όσο ποτέ, άλλο τόσο αναγκαία πιστεύω είναι για το ευοίωνο μέλλον του τουρισμού μας η αλλαγή της στρατηγικής του και ο επαναπροσδιορισμός των βασικών του στόχων. Το πρότυπο του μαζικού τουρισμού έχει εξαντλήσει από καιρό τα όποια οφέλη του για τη χώρα μας και έχει οδηγηθεί σε κρίση συσσωρεύοντας ταυτόχρονα πλήθος αρνητικών παρενεργειών, επιφέροντας μη αναστρέψιμες αλλοιώσεις σε στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση της τουριστικής ανάπτυξης και πλήττοντας ιδιαίτερα τους μικρούς τουριστικούς προορισμούς. Πιστεύω ότι ήρθε η ώρα για ηπιότερες αλλά πιο βιώσιμες και σταθερές λύσεις που θα προκύψουν από την ανάπτυξη του οργανωμένου εναλλακτικού τουρισμού, του τουρισμού των κινήτρων, αν προτιμάτε. Μια στροφή του τουρισμού μας προς αυτή την κατεύθυνση φέρνει πιο κοντά τη χώρα μας στα πρότυπα της ανάλογης Ευρωπαϊκής πολιτικής και την κάνει πιο ελκυστική την τουριστική αγορά των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία θα πρέπει να προβλέπουμε. Οι Ευρωπαίοι πολίτες που υπήρξαν η βάση της τουριστικής μας ανάπτυξης και εξακολουθεί να είναι η βάση της τουριστικής προοπτικής μας ενδιαφέρονται για τον εναλλακτικό τουρισμό ολοένα και περισσότερο και επιλέγουν προορισμούς μικρής κλίμακας με προσφερόμενο ποιοτικό προϊόν που ανταποκρίνονται σε ειδικευμένα τουριστικά ενδιαφέροντα και που αναδεικνύουν και προβάλλουν ιδιαίτερα και σπάνια γνωρίσματα κάθε τόπου. Φαίνεται, ότι στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης της τουριστικής ανάπτυξης και του εντεινόμενου ανταγωνισμού, η προβολή του ιδιαίτερου τοπικού χαρακτήρα αναδεικνύεται ως βασική παράμετρος για μια τουριστική προοπτική, γιατί συντείνει στη διατήρηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών, αποτρέπει τις αλλοιώσεις και εξασφαλίζει διαρκή αναπτυξιακή προοπτική. Αντίθετα οι περιοχές που χάνουν τα χαρακτηριστικά που τις κάνουν ελκυστικές και διαφορετικές, γίνονται ελάχιστα ανταγωνιστικές αφού δεν έχουν να προβάλλουν ιδιαίτερες ποιοτικές αξίες όπως το τοπίο, την παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα, την αρχιτεκτονική μνήμη. Προς αυτήν την κατεύθυνση είναι αναγκαίο να προσδιορίσουμε και να επικεντρώσουμε τις δυνάμεις μας δημιουργώντας κατ ΄αρχήν σημεία αναφοράς. Π.χ. το Ρέθυμνο έχει ανάγκη τέτοιων ισχυρών κέντρων αναφοράς όπως: ένα σύγχρονο πολυμουσείο, σαφώς στα πέριξ της Φορτέτζας με αναγκαία και σωστή ανάπλαση του υπάρχοντος, το υστερομινωϊκό νεκροταφείο των Αρμένων να μεταβληθεί σε πάρκο με παροχή όλων των αναγκαίων σύγχρονων υπηρεσιών. Η πόλη να γίνει πόλη για τους πεζούς διπλασιάζοντας το εύρος των υπαρχόντων πεζοδρομίων. Ν΄ αναστηλωθούν στο σύνολο τους 3 με 4 σχετικά καλά διατηρημένοι παραδοσιακοί οικισμοί όπως: Μαρουλάς, Πρασσές, Αρμένοι, Χρωμοναστήρι κ.α. - ενδεικτικά τους αναφέρω – όπου θα αναστηλωθούν όλα τα κτίσματα ιδιωτικά και Δημόσια, θα αποσυρθούν τα μη συμβατά κτίρια, θα προσαρμοστούν αναπλασμένα τα νεώτερα κ.α. Να επαναλειτουργήσουν σε παλαιούς χώρους δράσεις όπως ελαιοτριβεία, πατητήρια ή χώροι παραγωγής μεταξοσκώληκα και θα μπορούσα να αναφέρω και άλλες πολλές παραδοσιακές δράσεις. Είναι αλήθεια ότι πολλές προσπάθειες καταγράφονται τα τελευταία χρόνια για να αναστραφεί η πριν λίγο καιρό ανεξέλεγκτη πορεία καταστροφής. Πολλοί τόποι -όσοι προφταίνουν ακόμη- ανακαλύπτουν ξανά τις παραδόσεις τους, αναζητούν το χαρακτήρα τους, εμβαθύνουν στην ιστορία τους και αναδεικνύουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα: αποκαθιστούν την εικόνα τους, δηλαδή τη δική τους φυσιογνωμία και αναπτύσσουν αντισώματα στις αρνητικές επιδράσεις του τουρισμού. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, πολύ σημαντικό είναι το ζήτημα της αποτελεσματικής διαχείρισης και του σχεδιασμού της τουριστικής ανάπτυξης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια μέσα από την ενεργοποίηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αναδεικνύονται αυτόνομοι τουριστικοί προορισμοί με διακριτή εικόνα από τη γενική τουριστική εικόνα της Ελλάδας. Σε αυτή την κατεύθυνση, σημαντική ήταν η επίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασκούσε έμμεση τουριστική πολιτική μέσα από τα περιφερειακά προγράμματα και τις κοινοτικές πρωτοβουλίες, που αφορούσαν κυρίως δράσεις για τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη. Στην χώρα μας η πολιτική αυτή υλοποιείται μέσω του Γ΄ ΚΠΣ, με ειδικές δράσεις, που καλύπτουν προγράμματα οικοτουρισμού, Αγροτουρισμού θαλάσσιου τουρισμού κ.α.. Στα ΠΕΠ εντάχθηκαν υποδομές ορεινού, οικολογικού και πολιτιστικού τουρισμού στα πλαίσια των αξόνων για την ανάπτυξη των ορεινών όγκων και των νησιωτικών περιοχών της χώρας. Η πολιτική αυτή ενισχύεται και από τις πρωτοβουλίες Leader Plus και Interreg III. Η αναγνώριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από άλλους Διεθνείς Οργανισμούς της σημασίας του τουρισμού ως της σημαντικότερης βιομηχανίας της Ευρώπης, διαφαίνεται και στο σχέδιο του Ευρωπαϊκού Συντάγματος όπου για πρώτη φορά ο Τουρισμός εντάσσεται στις αρμοδιότητες της Ένωσης, στην κατηγόρια των υποστηρικτικών συντονιστικών δράσεων. Η προοπτική αυτή ανοίγει νέες σημαντικές δυνατότητες για τη δημιουργία αποτελεσματικότερων πολιτικών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ελληνικού τουρισμού. Η τουριστική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια θα είναι μεγάλη για την χώρα μας για πολλούς λόγους και συγκεκριμένα: · Ποιο μερίδιο θα αναλογεί ή μπορούμε να εργασθούμε προκειμένου ν΄ αναλογεί, από την αύξηση του τουριστικού ρεύματος που για το 2020 προβλέπεται διπλασιασμός του στην Λεκάνη της Μεσογείου; · Πώς η χώρα μας μέσω συγκεκριμένων πολιτικών θα εξαλείψει τις αρνητικές πλευρές του τουριστικού προϊόντος που προσφέρουμε προκειμένου το μερίδιο που μας αναλογεί να είναι κατ΄ αρχήν ποιοτικά υψηλό; · Γνωρίζουμε ότι η χώρα μας δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο τις γειτονικές χώρες της Μεσογείου αλλά και μακρινές περιοχές όπως ακόμα και εκείνες τις αγορές της Ασίας, (Ταϊλάνδη κ.τ.λ) Δεδομένων των προσφορών των τουριστικών πακέτων πως θα συγκρίνουμε τις παραδοσιακές μας αγορές; Η απάντηση είναι μια και μόνη. · Με προγραμματισμό δράσης όλων των κοινωνικών ομάδων που εμπλέκονται άμεσης αλλά και έμμεσα με το προσφερόμενο τουριστικό προϊόν. · Με την ανάδειξη μέσω αυστηρών όρων των πλεονεκτημάτων που η ιστορία και η παράδοση μας παρέχει και την ανατροπή της αδηφάγου νοοτροπίας της οικοπεδοποίησης του συνόλου σχεδόν της Ελληνικής Επικράτειας. · Με την ολοκλήρωση των δρομολογημένων δημόσιων υποδομών αλλά και της επιτάχυνσης των ιδιωτικών που επιβάλλεται να επιταχύνουν το βηματισμό τους. Είμαι ευτυχής που μου δόθηκε η δυνατότητα να βρίσκομαι σήμερα εδώ μαζί σας και να καταθέσω τις απόψεις μου για ένα τέτοιο σημαντικό θέμα. Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι και από την θέση του Προέδρου της Επιτροπής Πολιτισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα εργασθώ προς αυτήν την κατεύθυνση. Θα είμαι πάντα και στην διάθεσή σας γιατί όπως και να το κάνουμε το Ρέθυμνο είναι όχι μόνο ο γενέθλιος τόπος μου, αλλά και ξεχωριστή περιοχή της Ελλάδας που το τοπίο, η ιστορία, η παράδοση, ο πολιτισμός, αλλά και οι μέχρι σήμερα σημαντικές κατακτήσεις του στον τομέα του τουρισμού του δίνουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην προσπάθεια για τη νέα τουριστική ανάπτυξη της χώρας μας και πάνω απ΄ όλα επειδή υπήρξε πρωτοπόρος τόπος στον τουρισμό. Σήμερα οι ενασχολούμενοι γνωρίζουν, τι δεν έκαναν καλά και τι τώρα πρέπει να αλλάξουν. Πιστεύω λοιπόν στο αισθητήριο των Κρητικών και στη δυναμική που διαθέτουν για να αλλάξουν την πορεία που θα τους δώσει νέα προοπτική για καλύτερες μέρες. Σας ευχαριστώ