Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
Oμιλία Νίκου Σηφουνάκη στο συνέδριο της ΟΣΞ₯Ξ Ξ‘

 
Κυρίες και Κύριοι,
Ζούμε στιγμές κρίσης.To παγκόσμιο σύστημα με κορωνίδα τις πλέον αναπτυγμένες χώρες δρομολογεί αλλαγή πολιτικής σε σχέση με το ρόλο του κράτους. Χώρες φάροι της ελεύθερης αγοράς που θεοποίησαν τον ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό, που οδηγήθηκαν στην κατάργηση ακόμα και των ελάχιστων εποπτικών μηχανισμών του κράτους, στις οικονομικές δράσεις των τραπεζών και των χρηματιστηριακών συναλλαγών  καταφεύγουν στην επαναφορά καταργημένων αλλά σταθερών αξιών και κανόνων στις δράσεις όχι μόνο των επιχειρήσεων του Δημόσιου Τομέα, αλλά ακόμα και επιχειρήσεων αμιγώς ιδιωτικών που διαδραματίζουν όμως πρωτεύοντα ρόλο στην οικονομικοκοινωνική ζωή των κοινωνιών.
Και στη χώρα μας η υποχώρηση έως και η αντικατάσταση βασικών μηχανισμών εποπτείας πραγματοποιήθηκαν πολύ πριν ξεσπάσει η κρίση. Υπήρξε τέτοιος εφησυχασμός και τέτοια υπεραπλούστευση των κινδύνων που μέρα με τη μέρα, γίνεται όλο και περισσότερο αντιληπτό  ότι η ασυδοσία οδήγησε στην ακρίβεια και την αισχροκέρδεια, στο  γιγάντωμα των ιδιωτικών καρτέλ και στην εκτόξευση των ελλειμμάτων των δημοσίων επιχειρήσεων. Σε αυτό το πρωτοφανές εθνικό, αλλά και διεθνές περιβάλλον, στον τόπο μας, η οικονομική κρίση ολοένα και διευρύνεται, οι δαπάνες έχουν ξεφύγει και οι σπατάλες γίνονται ανεξέλεγκτες. Η ελληνική κυβέρνηση σε όλα αυτά, ανακοινώνει μηδενικές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις και ταυτόχρονα φρενάρει τις δημόσιες επενδύσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ένα βαθμό αντίβαρο στην περαιτέρω διεύρυνση της κρίσης.
Από το 2007 έπρεπε να έχει ξεκινήσει, η εκτέλεση του Δ' Κ.Π.Σ., του ΕΣΠΑ. Δυστυχώς έχουν περάσει δύο χρόνια και δεν έχει απορροφηθεί ούτε ένα ευρώ. Ύστερα από τρία διαδοχικά ευρωπαϊκά πακέτα στήριξης, που υλοποίησε η χώρα μας, δυστυχώς την ώρα της κρίσης, οι δημόσιες επενδύσεις σε συνδυασμό με τα συγχρηματοδοτούμενα έργα ατονούν και η προοπτική της σταθεροποίησης υποσκάπτεται με αποτέλεσμα για τη χώρα μας η ανάκαμψη να απομακρύνεται. Το χειρότερο όμως είναι ότι η χώρα μας αταλάντευτα προχωρεί στην ιδιωτικοποίηση των κερδοφόρων δημοσίων επιχειρήσεων. Δηλαδή πράττουμε το αντίθετο, παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις περί εξυγίανσης των προβληματικών επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό και κραυγαλέο παράδειγμα η εκποίηση του κερδοφόρου Ο.Τ.Ε. Επι μια πενταετία ο εθνικός αερομεταφορέας απαξιώθηκε και λοιδορήθηκε όσο ποτέ από επίσημα χείλη και οδηγήθηκε σε διπλασιασμό χρεών και ελλειμμάτων και αίφνης ανακοινώθηκε η εκποίηση του το φθινόπωρο του 2008 και μάλιστα θριαμβολογεί γι' αυτό η κυβέρνηση. Τους όρους της εκποίησης δυστυχώς δεν τους πρότεινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά η ελληνική κυβέρνηση. Έτσι οι Ο.Α. εκποιούνται μόλις έναντι 170 εκατομμυρίων ευρώ, χρεώνοντας όμως τους Έλληνες φορολογούμενους 1.4 δις ευρώ. Η βασική στρατηγική της Κυβέρνησης είναι η αποξένωση του Δημόσιου από την περιουσία του. Οδηγεί στη σύνταξη, παρά την θέλησή τους, νεότατους σε ηλικία εργαζόμενους και στην ανεργία τους συμβασιούχους των Ο.Α.
Κυρίες και Κύριοι,
Φίλες και Φίλοι,
Σε αυτήν την εκποιητική φρενίτιδα ανακοινώνεται ο επόμενος στόχος, που είναι τα αεροδρόμια της χώρας. Εδώ και πέντε χρόνια μελέτες έτοιμες ή υπό τελική διαμόρφωση για την ανάπτυξη σημαντικών αεροδρομίων της χώρας μένουν στα ντουλάπια της αχρηστίας. Χωρίς στοιχειώδεις μελέτες σκοπιμότητας για την ανάπτυξη των αεροδρομίων μας, προγραμματίζονται συμβάσεις παραχώρησης που θα ιδιωτικοποιούν, χωρίς κριτήρια τα κερδοφόρα αεροδρόμια. Σε μια νησιωτική χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η ακτοπλοϊκή επικοινωνία βρίσκεται υπό διάλυση και η αεροπορική αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανάπτυξης, όπου το 75% - 80% της τουριστικής κίνησης πραγματοποιείται αεροπορικά, είναι καθοριστικός ο ρόλος των αερομεταφορών για τον τουρισμό και την εν γένει ανάπτυξη της  εθνικής οικονομίας. Δεν λησμονούμε και δεν παραβλέπουμε επίσης πόσο σημαντικός είναι ο  ρόλος των Ελληνικών αεροδρομίων της ακριτικής  χώρας για θέματα εθνικής ασφάλειας και άμυνας.
Τα αεροδρόμια πρέπει και μπορούν να αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος των αερομεταφορών και κεντρικό μοχλό για την ανταγωνιστική εξέλιξη της ανάπτυξης μας, στον εμπορικό, βιομηχανικό, γεωργικό και τουριστικό τομέα. Απαιτείται γι' αυτό σχεδιασμός και οργάνωση προκειμένου βάση σχεδίου και master plan να ανακαινισθούν όπου απαιτείται οι υπάρχοντες υποδομές και να δρομολογηθούν νέες, πάνω σε σύγχρονες αντιλήψεις. Να προσελκύουν με την αρτιότητα τους, την υψηλή παροχή υπηρεσιών, γινόμενα ελκυστικά για τις ημεδαπές και αλλοδαπές αεροπορικές εταιρείες, τους τουριστικούς παράγοντες, τους πολίτες.
Σαφώς, τα αεροδρόμια της χώρας δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται μόνο υπό τη στενή εισπρακτική σκοπιά. Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο όπου χωροταξικά θα κατηγοριοποιεί την προοπτική της ανάπτυξης τους βάσει προτεραιοτήτων ανά περιφερειακή ενότητα. Αυτή την αντίληψη καμιά  κυβέρνηση δεν πρέπει να την αγνοεί και ακόμη χειρότερα να την αρνείται. Επιβάλλεται δημοκρατικά να τεθούν σε δημόσια διαβούλευση προτάσεις που θα αναβαθμίζουν τα κρατικά αεροδρόμια και θα τα εντάσσουν στα ευρωπαϊκά και τα διεθνή αερομεταφορικά δίκτυα.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. παρά τα όποια λάθη, - οφείλουμε να επισημάνουμε πταισματικά σε σχέση με το σήμερα – πιστεύει ότι οι στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις και οργανισμοί του Δημοσίου πρέπει να παραμένουν υπό την εποπτεία του Δημοσίου.
Πιστεύει στην πρόταξη ενός προγράμματος εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης τους με μοναδικό στόχο και σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου, των εθνικών και τουριστικών στόχων της χώρας με κριτήρια προοπτικής.
Τα ανταποδοτικά τέλη πρέπει να επιστρέφονται στους επιβάτες και να προσελκύουν αντί να απωθούν τις αεροπορικές εταιρείες. Να επενδύονται αναλογικά στα ανά την επικράτεια αεροδρόμια σε έργα ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού τους και όχι να τροφοδοτούν το υδροκέφαλο κέντρο.
Οι υπηρεσίες της Υ.Π.Α. και το έμπειρο προσωπικό της, είναι αναγκαίο να επαναδραστηριοποιηθούν σαφώς με ένα νέο και σύγχρονο οργανόγραμμα. Η σύγχυση που επικρατεί και η αλληλοκάλυψη αρμοδιοτήτων των εμπλεκομένων Υπουργείων Υ.Μ.Ε. και Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. , πρέπει να αποσαφηνιστεί πλήρως. Η ευθύνη του σχεδιασμού, η κατηγοριοποίηση ενός αεροδρομίου σαφώς και δεν είναι μονοδιάστατα ένας τεχνικός όρος, αλλά πρώτιστα οικονομικός αναπτυξιακός, εθνικός.
Στις μεγάλες και προηγμένες χώρες ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη των αεροδρομίων είναι αυτοτελή αντικείμενα και ο έλεγχος των πτήσεων και της εναέριας κυκλοφορίας επίσης. Πολύ περισσότερο που ως χώρα, με μόλις 11,5 εκ. κατοίκους, με κυρίαρχο στοιχείο την πολυνησία και που αναλογικά διατηρούμε πολλαπλάσιο αριθμό αεροδρομίων απ' ότι μεγάλες χώρες των 70 και 80 εκ. κατοίκων. Κάτω από αυτά τα δεδομένα η αυστηρή οριοθέτηση και εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων ανα αντικείμενο είναι επιτακτική ανάγκη. Ενώ επειγόντως πρέπει να ανασκουμπωθούμε ως χώρα, στην επίλυση των προβλημάτων και στη δρομολόγηση των πραγματικών μεταρρυθμίσεων, αλληθωρίζουμε και προσπερνάμε τα προβλήματα καταφεύγοντας στην εύκολη λύση της πώλησης των κερδοφόρων αεροδρομίων.
Δεν απαντά η κυβέρνηση τι έκανε στα πέντε και πλέον χρόνια διακυβέρνησης και γιατί επιλέγει προς πώληση τα κερδοφόρα αεροδρόμια; Γιατί πρέπει να πωληθεί το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης που επενδύσαμε ως κράτος δις και δημιουργήσαμε ένα σύγχρονο αεροδρόμιο;
Οι τριτοκοσμικές συνθήκες που βιώνουν οι επιβάτες κατά την τουριστική περίοδο σε πολλά αεροδρόμια, αλλά και η παραμένουσα στασιμότητα και έλλειψη προοπτικής βελτίωσης τους στο μέλλον, δεν πρέπει να συνεχιστεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης.
Πριν επτά χρόνια δρομολογήθηκε η εκπόνηση ενός Masterplan για τη δημιουργία νέου αεροσταθμού και δεσμεύθηκε προς το σκοπό αυτό η περιουσία όμορων ιδιοκτησιών. Εκεί που ήταν τα πράγματα το 2004, βρίσκονται και τώρα. Δεν ολοκληρώθηκε η μελέτη, δεν προχώρησαν οι απαλλοτριώσεις.
Τίθεται το ερώτημα ο ιδιώτης θα εκπονήσει το Masterplan και τις αναγκαίες μελέτες; Αυτός θα προσδιορίσει τι αεροδρόμιο χρειάζεται; Αυτός θα μεριμνήσει και θα κάνει τις απαλλοτριώσεις; Αφού τόσο πολύ θεοποιούμε την ιδιωτική αποτελεσματικότητα γιατί δεν προτάσσουμε την ιδιωτικοποίηση των μη κερδοφόρων αεροδρομίων προκειμένου οι «δαιμόνιοι» ιδιώτες να τα καταστήσουν κερδοφόρα;
Ολοκληρώνοντας, σε ένα συμπέρασμα καταλήγουμε για την Ελλάδα του 2009: Από τη μια προχειρότητα και από την άλλη αμετανόητη εμμονή.
Απαξιώνουμε την ακριβή και με προοπτική δημόσια περιουσία στο όνομα της ανικανότητας του κράτους, για την οποία και –όπου υπάρχει-  ευθύνονται οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν και μόνο.
Ευελπιστώ και ευελπιστεί η πλειονότητα των πολιτών σύντομα να τελειώσει ο χρόνος των επικίνδυνων πολιτικών.